Εγγραφή στο Newsletter - Μην εμπιστεύεστε τα Social Media!

ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

 Ένα αυξανόμενο κύμα [συγκέντρωσης] χρήματος και διοικητικής εξουσίας καθορίζει την ανερχόμενη απολυταρχία

 

Welcome to the end of democracy

A rising tide of money and administrative power defines the rising autocracy

Αυτό το σημαντικό άρθρο δημοσιεύθηκε στην παγκόσμια έκδοση του The Spectator World τον Ιανουάριο του 2022. Μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε από την ιστοσελίδα ΚΟΥΡΔΙΣΤΟ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ ως μέρος του άρθρου «Η άνοδος της νέας απολυταρχίας και η απόπειρα κατάλυσης της Δημοκρατίας στο δυτικό κόσμο».

https://kourdistoportocali.com/read-this/the-spectator-gt-i-anodos-tis-neas-apolytarchias-kai-i-apopeira-katalysis-tis-dimokratias-sto-dytiko-kosmo/

 

ΣΧΕΤΙΚΑ:

SOCIAL CREDIT SYSTEM: To δυστοπικό πείραμα της Κίνας πρότυπο για την Δύση (Βασίλης Αναστασόπουλος)

https://www.grivas.info/covid-19/507-kina-social-credit-system-protypo-tis-dysis

BLACKROCK και VANGUARD ΚΑΤΕΧΟΥΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΚΑΙ ΤΗΝ BIG PHARMA

https://www.grivas.info/covid-19/495-blackrock-kai-vanguard-katexoun-ton-kosmo

ΝΥΡΕΜΒΕΡΓΗ-2: ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΣΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Η Συμμορία του WEF (Νταβός) και οι συνεργοί της GatesFauciDaszak και άλλοι, κατηγορούνται για Γενοκτονία

https://www.grivas.info/covid-19/502-nyremvergi-2-i-symmoria-tou-davos-sto-edolio

 

 Λυπάμαι τους ανθρώπους που ζουν σε απολυταρχικά καθεστώτα στη Λατινική Αμερική, τη Μέση Ανατολή, την Αφρική, τη Ρωσία και την Κίνα, αγνοώντας ότι σε μεγάλο βαθμό την αυταρχική τάση που αρχίζει να επικρατεί στη Δύση.

Σε μας, μην περιμένετε μια ωμή αποτελεσματική δικτατορία όπως περιγράφεται στο 1984 του Orwell: Μπορεί να παραμείνουμε, όπως είμαστε τώρα, ονομαστικά πολίτες της Δημοκρατίας, αλλά να κυβερνιόμαστε από μια τεχνοκρατική τάξη που κατέχει δυνάμεις επιτήρησης μεγαλύτερες από αυτές που απολαμβάνουν ακόμη και οι πιο στυγνές δικτατορίες.

Του Joel Kotkin / The Spectator

 

Η νέα απολυταρχία αναδύεται από μια αδυσώπητη συγκέντρωση πλούτου που έχει δημιουργήσει μια νέα και πάμπλουτη ελίτ. 

Πριν από πέντε χρόνια, περίπου 400 δισεκατομμυριούχοι κατείχαν το 50% των περιουσιακών στοιχείων όλου του κόσμου. Σήμερα, αυτό το ποσοστό το κατέχουν μόνο 100  δισεκατομμυριούχοι, και τώρα –όπως υπολογίζει η Oxfam– αριθμός τους ανέρχεται σε μόλις 26.

Στη σοσιαλιστική Κίνα, το ανώτατο 1% του πληθυσμού κατέχει περίπου το 33% του πλούτου όλης της χώρας, ενώ πριν από δύο δεκαετίες κατείχε το 20%. Από το 1978, ο συντελεστής Gini της Κίνας, που μετρά την ανισότητα στην κατανομή του πλούτου, έχει τριπλασιαστεί.

 

Μια έκθεση του ΟΟΣΑ που δημοσιεύτηκε πριν από την πανδημία της Covid-19 διαπιστώνει ότι σχεδόν παντού, το μερίδιο του λιγότερο πλούσιου πληθυσμού στον εθνικό πλούτο έχει μειωθεί. Αυτές οι τάσεις μπορούν να παρατηρηθούν ακόμη και σε σοσιαλδημοκρατίες όπως η Σουηδία και η Γερμανία.  

  • Στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως το έθεσε συνοπτικά ο συντηρητικός οικονομολόγοςJohn Michaelson το 2018,η οικονομική κληρονομιά της τελευταίας δεκαετίας είναι «η υπερβολική εταιρική ενοποίηση, μια μαζική μεταφορά πλούτου από τη μεσαία τάξη στο ανώτερο 1% του πληθυσμού». 

Αυτή η διαδικασία έχει αναπτυχθεί τόσο στην πραγματική όσο και στην ψηφιακή οικονομία.  

  • Στη Μεγάλη Βρετανία, όπου οι τιμές της γης έχουν αυξηθεί δραματικά την τελευταία δεκαετία, λιγότερο από το 1% του πληθυσμού κατέχει το 50% του συνόλου της γης. 
  • Στην ευρωπαϊκή ήπειρο συνολικά, οι γεωργικές εκτάσεις πέφτουν ολοένα και περισσότερο στα χέρια ενός μικρού στελέχους ιδιοκτητών εταιρειών και των υπερ-πλούσιων. 
  • Στην Αμερική, ο μεγαλύτερος κάτοχος γεωργικής γης είναι ο Bill Gates με 200.000 εκτάρια (2 εκατομμύρια στρέμματα),ενώο Ted Turner και ο John Malone είναι επικεφαλής σε κτήματα άνω των δύο εκατομμυρίων στρεμμάτων ο καθένας, δηλαδή κτημάτων που είναι μεγαλύτερες σε έκταση από αρκετές αμερικανικές πολιτείες. 

Καθώς η παγκόσμια περιουσία έχει συγκεντρωθεί σε ελάχιστους, οι μικροϊδιοκτήτες δέχονται αυξημένη πίεση. Η Αυστραλία απολάμβανε ιστορικά υψηλά ποσοστά ιδιοκτησίας ακινήτων, αλλά το ποσοστό αυτό μειώθηκε από το 60% το 1981 σε 5% το 2016.  

Η Morgan Stanley προβλέπει ότι οι ΗΠΑ θα γίνουν σύντομα κυρίως μια «κοινωνία ενοικιαστών», καθώς οι εταιρείες της Wall Street επιδιώκουν να μετατρέψουν τα σπίτια, τα έπιπλα και άλλα είδη πρώτης ανάγκης σε προϊόντα ενοικίασης. 

Η ψηφιακή οικονομία κυριαρχείται ομοίως από μια μικρή ομάδα εταιρειών κολοσσών, που από κοινού ασκούν τον έλεγχο στο 90% των κρίσιμων αγορών, όπως βασικών λειτουργικών συστημάτων υπολογιστών, μέσων κοινωνικής δικτύωσης, διαφήμισης στο διαδίκτυο και πωλήσεων βιβλίων. 

Καθώς δεν είναι πλέον ικανοποιημένη με τον έλεγχο των αγωγών, η τεχνολογική ολιγαρχία που αυξάνεται, εξαγοράζει παλιά ειδησεογραφικά πρακτορεία και «επιμελείται» τις ειδήσεις σύμφωνα με τα γούστα της, και κυριαρχεί ολοένα και περισσότερο στην mainstream ψυχαγωγία: Η πώληση της MGM στην Amazon είναι απλώς το πιο πρόσφατο παράδειγμα της κατάκτησης και της εδραίωσης στα μέσα επικοινωνίας. 

Όπως οι βάρβαροι πρίγκιπες που διαμόρφωσαν τον Μεσαίωνα, οι νέοι ολιγάρχες κατάφεραν να καταλάβουν τα φέουδα τους με μικρή αντίσταση από τις αδύναμες κεντρικές κυβερνήσεις. Η πανδημία επιτάχυνε αυτή τη διαδικασία. Τα lockdown και οι περιορισμοί στην κινητικότητα αποδείχτηκαν ευεργέτημα για τις εταιρείες τεχνολογίας –όπως η Google– που διπλασιάστηκαν τα κέρδη τους κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. 

Σε αυτό το άκρως ρυθμιζόμενο περιβάλλον, οι πλούσιοι της τεχνολογίας έχουν γίνει απλώς πλουσιότεροι: 7 από τους 10 πλουσιότερους Αμερικανούς προέρχονται από τον τεχνολογικό τομέα. Η Apple, σύμφωνα με ορισμένους υπολογισμούς, αξίζει τώρα περισσότερο από ολόκληρη τη βιομηχανία πετρελαίου και φυσικού αερίου. Οι ήδη υπέρ-πλούσιοι έχουν γίνει ακόμα πλουσιότεροι. Ο Jeff Bezos είδε την καθαρή του περιουσία να εκτινάσσεται κατά περίπου 34,6 δισεκατομμύρια δολάρια τους δύο πρώτους μήνες της πανδημίας, ενώ η εταιρεία του απολαμβάνει συνεχή αύξηση εσόδων και κερδών. 

Καθώς η μισθοδοσία των στελεχών στο τομέα της τεχνολογίας έφτασε στη στρατόσφαιρα των οικονομικών μεγεθών, οι μικρές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν αυτό που το Harvard Business Review αποκαλεί «υπαρξιακή απειλή». Οι ειδικοί προειδοποιούν τώρα ότι το ένα τρίτο των μικρών επιχειρήσεων (οι οποίες αποτελούν την πλειοψηφία των αμερικανικών εταιρειών και απασχολούν σχεδόν τους μισούς εργαζόμενους) θα μπορούσαν να κλείσουν οριστικά. 

Εκατοντάδες χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις έχουν ήδη εξαφανιστεί (σ’ αυτές συμπεριλαμβάνονται σχεδόν οι μισές από όλες τις επιχειρήσεις που ανήκουν σε μαύρους). Ιδιαίτερη ζημιά έχουν υποστεί οι μικροέμποροι κατά μήκος της Main Street και όσοι εργάζονται για αυτούς, όπως και οι εργαζόμενοι σε εστιατόρια και στη φιλοξενία. 

Η παλιά μεσαία τάξη αγωνίζεται να ανταγωνιστεί τις διαδικτυακές πλατφόρμες. Όπως έκαναν τα μεγάλα καταστήματα για δεκαετίες, η Amazon χρησιμοποιεί τη διαπραγματευτική της δύναμη για να ελαχιστοποιήσει τα ζητήματα της εφοδιαστικής αλυσίδας, μισθώνοντας τα δικά της πλοία και χρησιμοποιώντας μοχλεύσεις προκειμένου να εξασφαλίσει προϊόντα που δεν μπορούν να αποκτήσουν οι μικρότερες εταιρείες. 

Παρόμοια συγκεντροποίηση σημειώνει και η περιουσία. Καθώς η ευημερία της μεσαίας τάξης παραπαίει στη Βρετανία, οι πλούσιες σε μετρητά τράπεζες επιδιώκουν να καταβροχθίσουν την αναδυόμενη αγορά σε αναξιοπαθούντα ακίνητα, διαμερίσματα και ακόμη και μονοκατοικίες. Εν τω μεταξύ, τα μεγάλα σπίτια του κεντρικού Λονδίνου αποκαθίστανται σε βικτοριανή χλιδή από Ρώσους, Κινέζους και Άραβες επενδυτές. 

Οι πολιτικές για την αλλαγή του κλίματος θα μπορούσαν επίσης να καλλιεργήσουν τη νέα αυτοκρατορία για μια γενιά. Καθώς οι ολιγάρχες της τεχνολογίας και το οικονομικό κατεστημένο εφαρμόζουν την ιδέα του Davos για μια Μεγάλη Επαναφορά, θα εξαναγκάσουν σε γρήγορη εγκατάλειψη των ορυκτών καυσίμων. Υπάρχουν τεράστιες ευκαιρίες για μεγάλες επενδύσεις στην «πράσινη οικονομία» από υπερπλούσιες εταιρείες και κερδοσκόπους, όλες δυνατές με φορολογικές ελαφρύνσεις, δάνεια και εγγυημένες πωλήσεις σε κυβερνητικές μονάδες. 

Αυτή η κατάσταση υπόσχεται να δημιουργήσει μια νέα σοδειά μεγα-δισεκατομμυριούχων όπως ο Elon Musk, ο πλουσιότερος σήμερα άνθρωπος του κόσμου. Στην εποχή των σούπερ-επιδοτήσεων, ένας απρόβλεπτος κατασκευαστής ηλεκτρικών οχημάτων όπως η Rivian, που έχει αμελητέες πωλήσεις και σταθερές απώλειες, μπορεί να αποτιμηθεί υψηλότερα από τη General Motors, η οποία πουλάει σχεδόν 7 εκατομμύρια αυτοκίνητα και έχει 122 δισεκατομμύρια δολάρια έσοδα κάθε χρόνο. 

Ο Βρετανός μαρξιστής James Heartfield χαρακτηρίζει τον Πράσινο Καπιταλισμό,  ως «σοσιαλισμό της λιτότητας»: Θερισμός μέσω κυβερνητικών διαταγμάτων σε αντίθεση με την πραγματική παραγωγή πραγματικών αγαθών. Ωραία δουλειά αν μπορείς να την αποκτήσεις… 

Για τη μεσαία και την εργατική τάξη, η Μεγάλη Επαναφορά μπορεί να αποδειχθεί κάπως λιγότερο ελπιδοφόρα, αν όχι καταστροφική. Για τους περισσότερους ανθρώπους, σημειώνει ο Eric Heymann, ανώτερος οικονομολόγος της Deutsche Bank Research, «η ταχεία “πράσινη μετάβαση” θα σημάνει αισθητή απώλεια ευημερίας και θέσεων εργασίας». Η συνειδητή πολιτική της αποανάπτυξης ως μέσο για τη βίαιη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου θα απαιτήσει οι περισσότεροι άνθρωποι να αναγκαστούν να αφήσουν τα αυτοκίνητά τους, να ταξιδεύουν πολύ λιγότερο και να ζουν σε μικροσκοπικά διαμερίσματα. 

Η επιβολή θα είναι αναγκαστικά παρεμβατική. Οι δημιουργοί των συγκεκριμένων σχεδίων στο Ηνωμένο Βασίλειο και αλλού πιέζουν για οικογενειακούς «προϋπολογισμούς άνθρακα». Αν προσθέσουμε σ΄ αυτά και την  τεχνολογία επιτήρησης, καταλήγουμε σε κάτι παρόμοιο με το σύστημα «κοινωνικής πίστωσης» της Κίνας, στο οποίο το δικαίωμά σας στην ελεύθερη κυκλοφορία υπόκειται στην έγκριση της κυβέρνησης.


Οι νέοι απειλούνται ιδιαίτερα από αυτές τις αλλαγές καθώς αντιμετωπίζουν ήδη πολύ δυσκολότερες προοπτικές από οποιαδήποτε μεταπολεμική γενιά. Λίγοι περιμένουν ότι τα πράγματα θα βελτιωθούν: Στις χώρες με υψηλότερο εισόδημα, περίπου τα δύο τρίτα των ανθρώπων (που ερωτήθηκαν από την Pew Research) βλέπουν ένα φτωχότερο μέλλον για την επόμενη γενιά.  

Σύμφωνα με ερευνητές του Equality of Opportunity Project, περίπου το 90% όσων γεννήθηκαν το 1940, μεγάλωναν για να αποκτήσουν υψηλότερα εισοδήματα από τους γονείς τους. Αυτό ισχύει μόνο για το 50% όσων γεννήθηκαν τη δεκαετία του 1980. Μια πρόσφατη μελέτη της Federal Reserve Bank of St. Louis προειδοποιεί ότι οι millennials κινδυνεύουν να γίνουν μια «χαμένη γενιά» όσον αφορά τη συσσώρευση πλούτου. 

Για να θέσουμε τα πράγματα στην αληθινή τους πτυχή: Σύμφωνα με μια έρευνα σε 10 χώρες, περισσότεροι από τους μισούς νέους, πιστεύουν ότι ο κόσμος είναι καταδικασμένος από την κλιματική αλλαγή. 

Καθώς το κόστος της στέγασης και άλλων δαπανών εκτινάσσεται στα ύψη, και οι γραμμές ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις σκληραίνουν. Η κληρονομιά ως μερίδιο του ΑΕΠ στη Γαλλία έχει τριπλασιαστεί περίπου από το 1950, με ορισμένους Γάλλους millennials με υψηλότερο εισόδημα να κληρονομούν περισσότερα χρήματα από όσα βγάζουν πολλοί εργαζόμενοι σε μια ολόκληρη ζωή. Η αυξανόμενη σημασία των κληρονομικών περιουσιακών στοιχείων είναι ακόμη πιο έντονη στη Γερμανία, τη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. 

Στις ΗΠΑ, μια χώρα που στηρίζεται πολύ στον κληρονομικό πλούτο, τα παιδιά των γονέων που έχουν ιδιοκτησία βρίσκονται σε πολύ καλύτερη θέση προκειμένου να αποκτήσουν τελικά ένα σπίτι (συχνά με τη βοήθεια των γονιών). Στην Αμερική, οι millennials έχουν τρεις φορές περισσότερες πιθανότητες από τους boomers να υπολογίζουν στην κληρονομιά για τη συνταξιοδότησή τους. Μεταξύ της νεότερης γενιάς, ηλικίας 18 έως 22 ετών, πάνω από το 60% αναμένει ότι η κληρονομιά θα είναι η κύρια πηγή εισοδήματός τους καθώς γερνούν. 

Πώς όμως θα αντιδράσουν στην προοπτική της μόνιμης ενοικιαζόμενης δουλοπαροικίας και, εν τέλει, της απόλυτης εξάρτησης από το κράτος;  

Μια πρόσφατη έρευνα της Edelman αποκαλύπτει ότι αυξανόμενοι αριθμοί ανθρώπων δεν εμπιστεύονται πλέον τους θεσμούς και δεν πιστεύουν ότι η σκληρή δουλειά αποδίδει. Σε έναν κόσμο που κυριαρχείται από τους λίγους, το σημερινό πρεκαριάτο των εργαζομένων με χωρίς μέλλον και με σύντομες συμβάσεις, και όσων έχουν εγκαταλείψει εντελώς την εργασία τους, θα μπορούσε να γίνει μια οικονομικά λιγότερο χρήσιμη εκδοχή του προλεταριάτου του Μαρξ: Μια μόνιμη υποταγή για την οποία απαιτείται επιθετική, σχεδόν στρατιωτική αστυνόμευση.

Την ίδια στιγμή, οι μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας και οι χρηματοοικονομικοί κολοσσοί (ακόμη και εκείνοι που είναι δύσπιστοι σχετικά με τον ζήλο υπέρ της κλιματικής αλλαγής), βλέπουν την προοπτική των κερδών-ρεκόρ και των αποτιμήσεων σε «αναστάτωση». Η πανδημία επιτάχυνε την στροφή των εργαζόμενων «λευκών κολάρων» στην εργασία εξ’ αποστάσεως και η ευρύτερη ζήτηση για αυτοματοποιημένες λύσεις εκτοξεύτηκε στα ύψη. Ένα μέλλον λιγότερο εξαρτώμενο από την ανθρώπινη εργασία, ανεβάζει τους τεχνολογικούς ολιγάρχες στο υψηλότερο επίπεδο, σε αυτό που ο Λένιν αποκαλούσε «επιβλητικά ύψη» της οικονομίας. 

Σε μια ψηφιοποιημένη οικονομία, είναι καλό να ελέγχετε τις κρίσιμες θέσεις. Οι ολιγάρχες το κάνουν αυτό έξοχα. Έχουν καταλάβει κυρίαρχα μερίδια βασικών αγορών από την αναζήτηση (Google) και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (Facebook) έως τις πωλήσεις βιβλίων (Amazon). Η Google και η Apple μαζί παρέχουν πάνω από το 95% του λειτουργικού λογισμικού για κινητά, ενώ η Microsoft εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει πάνω από το 80% του λογισμικού που τρέχει προσωπικούς υπολογιστές σε όλο τον κόσμο. 

Έχω καλύψει τα πεπραγμένα της Silicon Valley για 45 χρόνια. Σήμερα, διαθέτει λιγότερο το υπερανταγωνιστικό και ελεύθερο πνεύμα που γνώριζα, και μοιάζει περισσότερο με τα τραστ των αρχών του 20ου αιώνα. Ο Mike Malone, που έχει ασχοληθεί με τη Silicon Valley όσο κανένας άλλος, βλέπει ότι χάνει μεγάλο μέρος του ήθους της. Όπως λέει, «οι νέοι δεξιοτέχνες της τεχνολογίας έχουν μετατραπεί από παιδιά με "μπλε γιακά" σε παιδιά των προνομίων» και έχουν απομακρυνθεί από το ήθος παραγωγής που κάποτε έκανε τη Valley τόσο εμπνευσμένη. 

Μια έντονα ανταγωνιστική βιομηχανία έχει ερωτευτεί τη γοητεία «της σιγουριάς» που υποστηρίζεται από τεράστιο κεφάλαιο και μερικές φορές από την ίδια την κυβέρνηση. Ο ανταγωνισμός δεν είναι πλέον κίνητρο για δημιουργικότητα: Οι ανταγωνιστές απλώς εξαγοράζονται. 

Ο πλούτος δεν μπορεί να κυβερνήσει από μόνος του. Η αυτοκρατορία χρειάζεται μια τάξη προσήλυτων που μπορεί να δικαιώσει τους κυβερνώντες και να σώσει τις ταλαιπωρημένες ψυχές των κατώτερων τάξεων. Στους μεσαιωνικούς χρόνους, αυτό το ρόλο έπαιζε η Καθολική Εκκλησία, δικαιολογώντας ουσιαστικά τη φεουδαρχική τάξη ως έκφραση της θείας βούλησης. Στη σημερινή εκδοχή της, ένα είδος ιερατείου ή διανόησης (που δεν είναι ως επί το πλείστων θρησκευόμενοι) αποτελείται από άτομα της υψηλής γραφειοκρατίας, του ακαδημαϊκού χώρου και των βιομηχανιών πολιτισμού και των μέσων ενημέρωσης. 

Η πανδημία προσφέρει όφελος και για αυτή την τάξη. Η έκτακτη ανάγκη επέτρεψε στις κυβερνήσεις να τους παραχωρήσουν άνευ προηγουμένου εκτελεστικές και διοικητικές εξουσίες όχι μόνο στην Γαλλία αλλά ακόμη και στη συνήθως ημιευαίσθητη Μεγάλη Βρετανία και Αυστραλία. 

Για ορισμένους, τα lockdown χρησίμευσαν ως «δοκιμαστική πορεία» των απαραίτητων μέτρων της υλοποίησης των προτιμώμενων πολιτικών τους για την κλιματική αλλαγή. 

Στο νέο σύστημα, ο πραγματικός ταξικός εχθρός δεν είναι οι υπερβολές των υπερπλούσιων, ή ακόμη και οι σπάταλες δαπάνες της κυβέρνησης: Είναι τα καταναλωτικά πρότυπα των μαζών. Αυτό το βλέπουμε στην ανταπόκριση προοδευτικών μέσων ενημέρωσης και ακόμη και πολιτικών (όπως η Alexandria Ocasio-Cortez), σε καταγγελίες για το αυξανόμενο κόστος των τροφίμων, του ενοικίου και της ενέργειας, όπου βλέπουν ακόμη και τα απαραίτητα ως εφήμερα και τα προβλήματα της εφοδιαστικής αλυσίδας ως συνέπεια της υπερβολικής κατανάλωσης των μαζών. 

Όπως στον Μεσαίωνα, όταν η εκκλησία και το στέμμα ανταγωνίζονταν για ηθική και πολιτική εξουσία, έτσι και σήμερα οι γραφειοκρατικές και οι μη-εκλεγμένες πηγές εξουσίας δεν συμφωνούν πάντα. Αλλά σε μεγάλο βαθμό, ασπάζονται πολύ παρόμοιες ιδεολογίες, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για την επιβολή ελέγχου στις πληροφορίες σχετικά με την πανδημία ή την κλιματική αλλαγή. 

Ο Ιταλός κοινωνιολόγος των αρχών του 20ου αιώνα Robert Michels σημείωσε ότι πολύπλοκα ζητήματα (όπως το κλίμα, για παράδειγμα) ενισχύουν αυτό που ονόμασε «σιδερένιο νόμο της ολιγαρχίας»: Μια κοινωνία, όσο περισσότερο εξαρτάται από την τεχνογνωσία, τόσο μεγαλύτερη ανάγκη έχει για λύσεις που βασίζονται στις ελίτ, οι οποίες παρακάμπτουν τη λαϊκή συμβολή. Και τόσο μεγαλύτερη είναι και η δύναμη που θα ασκήσουν οι ελίτ για να επιτύχουν τους στόχους τους. 

Ο H.G. Wells ονειρευόταν μια «νέα δημοκρατία» που διοικούνταν από λίγους ενάρετους. Οι ψηφιακές ελίτ μας αυτοχρίζονται και διορίζονται από τους συναδέλφους τους της ελίτ στις επιχειρήσεις και τα μέσα ενημέρωσης. Τα «μορφωμένα» διευθυντικά στελέχη των μεγάλων εταιρειών έλκονται φυσικά από την ιδέα μιας κοινωνίας που κυβερνάται από επαγγελματίες «ειδικούς» με «φωτισμένες» αξίες, δηλαδή από ανθρώπους που μοιάζουν με αυτούς. 

Για να αντιμετωπίσουν αυτό που θεωρούν ως υπαρξιακή κρίση, πολλά από τα μέσα ενημέρωσης υποστηρίζουν τη δημιουργία μιας παγκόσμιας τεχνοκρατίας. «Η δημοκρατία είναι ο μεγαλύτερος εχθρός του πλανήτη», υποστήριξε ένα άρθρο στο Foreign Policy, το 2019. Αυτή η εχθρότητα προς τη δημοκρατία ως εμπόδιο για την «πρόοδο», από πάνω προς τα κάτω, συνδυάζεται με μια άλλη πηγή αντιδημοκρατικής δυσπιστίας. Οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο, ιδιαίτερα οι νέοι, δεν ασπάζονται πλέον την βασική έννοια της αυτοδιοίκησης. Η πλειονότητα των νέων Αμερικανών τάσσεται τώρα υπέρ της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία σε μεγάλη κλίμακα. Άλλωστε, περίπου το ένα τρίτο από αυτούς αυτοαποκαλούνται σοσιαλιστές. 

Οι ηγέτες του νέου τύπου καπιταλισμού έχουν υπογράψει μια υπόσχεση για αποπληρωμή των ορυκτών καυσίμων στη μεγάλη αναζήτηση του Net Zero. Αυτό δεν είναι (όπως πιστεύουν οι δεξιοί και οι αριστεροί των άκρων), μια συνειδητή συνωμοσία. Αντίθετα, προωθείται από τη φυσική επιθυμία των εταιρειών τεχνολογίας για κέρδη που προέρχονται από την αντικατάσταση του κόσμου που εκπέμπει άνθρακα (όπου αυτό είναι δυνατό) και του ακαταμάχητου δέλεαρ για τους επενδυτές και τις εταιρείες μιας τεράστιας, επιδοτούμενης και κρατικά χρηματοδοτούμενης αγοράς. 

Τα περισσότερα στελέχη της τεχνολογίας και των οικονομικών δεν είναι ιδεολόγοι, oύτε κοινωνιοπαθείς, παρά τα φαινόμενα, Ωστόσο, αισθάνονται δικαιωμένοι λογοκρίνοντας και  απονομοποιόντας όχι μόνο τον Donald Trump ή τη New York Post ή τον Bari Weiss, αλλά και τους διαπιστευμένους εμπειρογνώμονες των οποίων οι απόψεις αποκλίνουν από την αποδεκτή γραμμή της Google, του Facebook και του Twitter, οργανισμών όπου επιβάλλονται ολοένα και περισσότερο. (Η τοποθεσία αυτών των εταιρειών στην περιοχή του κόλπου του Σαν Φρανσίσκο και στην περιοχή Puget Sound, δύο εκ των πιο ανόητα προοδευτικών περιοχών της χώρας, είναι επίσης ένας παράγοντας). 

Στην πράξη, αυτό σημαίνει συχνά την εξάλειψη των συντηρητικών απόψεων και όχι μόνο των απόψεων του ακραίου περιθωρίου. Επιφανείς ακαδημαϊκοί ειδικοί όπως η Judith Curry και ο Roger Pielke, που έχουν κάπως αντίθετες απόψεις για το κλίμα, αγνοούνται και περιθωριοποιούνται συστηματικά. Σκεπτικιστές όπως ο περιβαλλοντολόγος Mike Shellenberger, ο σύμβουλος του Obama Steven Koonin και ο επίσης «σκεπτικιστής περιβαλλοντολόγος» Bjorn Lomborg, παραδίδονται στη λήθη της μνήμης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης επειδή περιγράφουν λεπτομερώς τους υπερβολικούς ισχυρισμούς και τις εξευτελιστικές πολιτικές των περιβαλλοντολόγων. 

Μας κυβερνά όλο και περισσότερο ένας «τέλειος γάμος» ταξικής ευκολίας, με περισσότερη δύναμη από τον κλήρο και με ολοένα μεγαλύτερες οικονομικές ευκαιρίες για την ολιγαρχία. Ολα αυτά, με το πρόσθετο όφελος να τους ενθαρρύνουμε να αισθάνονται καλά με τον εαυτό τους. Ακόμη και όταν πιέζουν για λιτότητα στις μάζες, ζουν σαν μεσαιωνικοί άρχοντες, επιδίδονται σε πλούσιους γάμους και δημιουργούν κτήματα που θυμίζουν τους Αψβούργους. 

Ο Jeff Bezos μόλις ξόδεψε 100 εκατομμύρια δολάρια για ένα καταφύγιο στη Χαβάη. Η κόρη του Bill Gates μόλις απόλαυσε έναν γάμο 2 εκατομμυρίων δολαρίων. Ο John Kerry, πρόεδρος και επικεφαλής της ομάδας για το κλίμα του Biden, ωφελούμενος της περιουσίας του ως κληρονόμου, ταξιδεύει με ένα ιδιωτικό τζετ που χρησιμοποιεί 30 φορές περισσότερη ενέργεια από το μέσο αμερικανικό όχημα. 

Η πράσινη εκδοχή των απολαύσεων μπορεί να τους κάνει να αισθάνονται καλύτερα για τον τεράστιο πλούτο και τις υπερβολές τους, όπως ακριβώς συνέβαινε με τους δολοφόνους και διεφθαρμένους αριστοκράτες του παρελθόντος, Ωστόσο, πολλοί προετοιμάζονται επίσης και εναντίον της πιθανότητας να εξεγερθούν οι αγρότες. Αυτή [η προετοιμασία] περιλαμβάνει μέτρα όπως η χρήση ιδιωτικής ασφάλειας, η κατασκευή αποθηκών και η αναζήτηση απομακρυσμένων εκτάσεων στις ΗΠΑ ή στο εξωτερικό, όπως στην αυστηρά ελεγχόμενη Νέα Ζηλανδία. 

Ποιό είναι όμως το τελικό παιχνίδι για τους ολιγάρχες και τους συμμάχους τους; Ο δημοσιογράφος τεχνολογίας Gregory Ferenstein πήρε συνέντευξη από 147 ιδρυτές ψηφιακών εταιρειών. Το συμπέρασμά του: «Ένα ολοένα και μεγαλύτερο μερίδιο του οικονομικού πλούτου θα δημιουργηθεί από ένα μικρότερο αριθμό ταλαντούχων ή πανέξυπνων ανθρώπων. Όλοι οι άλλοι θα επιβιώνουν με κάποιον συνδυασμό μερικής απασχόλησης και κρατικής βοήθειας». 

Σύμφωνα με την εκτίμηση της Silicon Valley, η μάζα των ανθρώπων μπορεί να προσβλέπει στη ζωή ως επιδοτούμενοι καταναλωτές του metaverse του Facebook ή του ονείρου της Google για «εμβυθιστικούς υπολογιστές». Τι θα κάνουμε όμως οι υπόλοιποι; Υπάρχει σαφώς κάποια απογοήτευση για την αναδυόμενη τάξη. Η παγκόσμια εμπιστοσύνη στους θεσμούς, κυρίως στα μέσα ενημέρωσης και στη μεγάλη τεχνολογία, έχει πέσει σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα και η οικονομική και γεωπολιτική ανασφάλεια αυξάνεται. 

Προσπαθούμε να επιβάλουμε μια πράσινη οικονομία χωρίς να υπάρχει η τεχνολογία ή ακόμη και η ηλεκτρική ενέργεια. Αυτό θα αναγκάσει ορισμένες χώρες να επιστρέψουν στον άνθρακα. Άλλωστε, η Κίνα έχει ήδη εντείνει τη χρήση σταθμών που κινούνται με άνθρακα. Καθώς οι θέσεις και πολλές δουλειές των «λευκών κολάρων» εξαλείφονται από την αυτοματοποίηση, οι ολιγάρχες και οι σύμμαχοί τους θέλουν να επιβάλουν ένα Καθολικό Βασικό Εισόδημα, για να αποτρέψουν τους αγρότες από το να υποφέρουν υπερβολικά και ενδεχομένως να επαναστατήσουν.

Ωστόσο, πολλοί άνθρωποι δεν θέλουν να δεχτούν μια ζωή επιδοτούμενης εξάρτησης, που γίνεται αντιληπτή και υποφερτή ως το ψηφιακό ισοδύναμο του «άρτος και θεάματα» της Ρώμης. Ο χρόνος μπορεί να είναι μικρότερος από όσο νομίζουμε. Οι ολιγάρχες της τεχνολογίας δημιουργούν κάτι παρόμοιο με αυτό που ο Aldous Huxley αποκάλεσε στο Brave New World Revisited ένα «επιστημονικό σύστημα κάστας». 

Όπως έγραφε ο Huxley το 1958: «Δεν θα υπάρχει ένα “καλός λόγος”,  ώστε να πρέπει ποτέ να ανατραπεί η κρυφή δικτατορία. Θα έχει “ρυθμίσει” τους υπηκόους της από τη γέννηση τους, έτσι ώστε να μεγαλώνουν αγαπώντας τη δουλεία τους και να μην ονειρεύονται ποτέ μία επανάσταση». Θα διατηρεί μια αυστηρή κοινωνική τάξη και θα παρέχει αρκετή διέξοδο μέσω ναρκωτικών, sex και video για να κρατά το τεχνητά στενό μυαλό τους απασχολημένο και χορτασμένο. 

Η συγχώνευση της κυβέρνησης με τις μεγάλες ολιγοπωλιακές εταιρείες και η τεχνολογικά ενισχυμένη συλλογή ιδιωτικών πληροφοριών, επιτρέπουν στις νέες απολυταρχίες να παρακολουθούν τη ζωή μας, με τρόπους που θα ζήλευαν ο Μάο, ο Στάλιν ή ο Χίτλερ.  

Μια αυξανόμενη κύμα συγχώνευσης χρήματος και διοικητικής εξουσίας καθορίζει την ανερχόμενη αυτοκρατορία. Εάν εμείς ως πολίτες, ανεξάρτητα από τον πολιτικό μας προσανατολισμό, δεν επαγρυπνούμε, η δημοκρατία μας θα καταστήσει ένα άδειο ρούχο.