Εγγραφή στο Newsletter - Μην εμπιστεύεστε τα Social Media!

ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

 Ένα αυξανόμενο τσουνάμι χρήματος και διοικητικής εξουσίας καθορίζει την ανερχόμενη αυτοκρατορία 

Του Joel Kotkin - The Spectator, Ιανουάριος 2022

Δημοσιεύθηκε στο "Κουρδιστό Πορτοκάλι"

 

Λυπάμαι τους ανθρώπους που ζουν σε απολυταρχικά καθεστώτα στη Λατινική Αμερική, τη Μέση Ανατολή, την Αφρική, τη Ρωσία και την Κίνα, αλλά αυτοί αγνοούν σε μεγάλο βαθμό την αυταρχική τάση που αρχίζει να επικρατεί στη Δύση.

Εδώ, μην περιμένετε μια ωμά αποτελεσματική δικτατορία όπως περιγράφεται στο 1984 του Orwell: Μπορεί να παραμείνουμε, όπως είμαστε τώρα, κατ’ όνομα «πολίτες» της Δημοκρατίας, αλλά θα κυβερνιόμαστε από μια μη-εκλεγμένη τεχνοκρατική τάξη εξουσιοδοτημένη από μεγαλύτερες δυνάμεις επιτήρησης από αυτές που απολαμβάνουν ακόμη και οι πιο θορυβώδεις δικτατορίες…

Θα είναι μια Δικτατορία που θα έχει “ρυθμίσει” τους υπηκόους της από τη γέννηση τους έτσι ώστε «να μεγαλώνουν αγαπώντας τη δουλεία τους» και «να μην ονειρεύονται ποτέ μία επανάσταση». 

Joel Kotkin

 

Η νέα απολυταρχία αναδύεται από μια αδυσώπητη συγκέντρωση πλούτου που έχει δημιουργήσει μια νέα και αφάνταστα πάμπλουτη ελίτ. Πριν από πέντε χρόνια, περίπου 400 δισεκατομμυριούχοι κατείχαν το 50% των περιουσιακών στοιχείων όλου του κόσμου. Σήμερα, μόνο 100 δισεκατομμυριούχοι κατέχουν αυτό το ποσοστό, ενώ η Oxfam υπολογίζει τώρα τον αριθμό τους σε μόλις 26. 

Στην κομμουνιστική Κίνα, το ανώτατο 1% του πληθυσμού κατέχει περίπου το 33% του πλούτου όλης της χώρας, από 20% πριν από δύο δεκαετίες. Από το 1978, ο συντελεστής Gini της Κίνας (που μετρά την ανισότητα στην κατανομή του πλούτου), έχει τριπλασιαστεί.

 

Μια έκθεση του ΟΟΣΑ που δημοσιεύτηκε πριν από την πανδημία της Covid-19, διαπιστώνει ότι σχεδόν παντού, το μερίδιο του λιγότερου πλούσιου πληθυσμού στον εθνικό πλούτο έχει μειωθεί. Αυτές οι τάσεις μπορούν να παρατηρηθούν ακόμη και σε σοσιαλδημοκρατίες όπως η Σουηδία και η Γερμανία. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως το έθεσε συνοπτικά ο συντηρητικός οικονομολόγος John Michaelson το 2018, η οικονομική κληρονομιά της τελευταίας δεκαετίας είναι η «υπερβολική εταιρική ενοποίηση, μια μαζική μεταφορά πλούτου στο ανώτερο 1% από τη μεσαία τάξη». 

Αυτή η διαδικασία έχει αναπτυχθεί τόσο στην πραγματική όσο και στην ψηφιακή οικονομία. Στη Μεγάλη Βρετανία, όπου οι τιμές της γης έχουν αυξηθεί δραματικά την τελευταία δεκαετία, λιγότερο από το 1% του πληθυσμού κατέχει το ήμισυ του συνόλου της γης. Στην ευρωπαϊκή ήπειρο συνολικά, οι γεωργικές εκτάσεις περνούν όλο και περισσότερο στα χέρια ενός μικρού αριθμού ιδιοκτητών εταιρειών και των υπερ-πλούσιων. 

Στην Αμερική, ο μεγαλύτερος κάτοχος γεωργικής γης είναι ο Bill Gates με πάνω από 2 εκατομμύρια στρέμματα, ενώ ακολουθούν οι Ted Turner και ο John Malone που κατέχουν γη με έκταση δύο εκατομμυρίων στρεμμάτων ο καθένας, δηλαδή μεγαλύτερων σε έκταση από αρκετές αμερικανικές πολιτείες. 

Καθώς η παγκόσμια περιουσία έχει συγκεντρωθεί σε ελάχιστους, οι μικροϊδιοκτήτες δέχονται αυξημένη πίεση. Η Αυστραλία απολάμβανε ιστορικά υψηλά ποσοστά ιδιοκτησίας ακινήτων, αλλά το ποσοστό αυτό μεταξύ των 25 έως 34 ετών μειώθηκε από το περισσότερο του 60% το 1981 σε μόλις 45% το 2016. Το ποσοστό των κατοικιών στην Αυστραλία έχει πέσει κατά 10% τα τελευταία 25 χρόνια. 

Η Morgan Stanley προβλέπει ότι οι ΗΠΑ σύντομα θα γίνουν κυρίως μια «κοινωνία ενοικιαστών», καθώς οι εταιρείες της Wall Street επιδιώκουν να μετατρέψουν τα πάντα (σπίτια, τα έπιπλα και άλλα είδη πρώτης ανάγκης) σε προϊόντα ενοικίασης. 

Η ψηφιακή οικονομία κυριαρχείται επίσης από μια μικρή ομάδα εταιρειών κολοσσών, οι οποίες ασκούν από κοινού τον έλεγχο στο 90% των κρίσιμων αγορών, όπως βασικών λειτουργικών συστημάτων υπολογιστών, μέσων κοινωνικής δικτύωσης, διαφήμισης στο διαδίκτυο και πωλήσεων βιβλίων.

Καθώς δεν είναι πλέον ικανοποιημένη με τον έλεγχο των αγωγών, η αυξανόμενη τεχνολογική ολιγαρχία εξαγοράζει παλιά ειδησεογραφικά πρακτορεία και «διαμορφώνει» τις ειδήσεις σύμφωνα με τα γούστα της. Κυριαρχεί ολοένα και περισσότερο στην mainstream ψυχαγωγία: Η πώληση της MGM στην Amazon είναι απλώς το πιο πρόσφατο παράδειγμα της κατάκτησης και της εδραίωσης στα μέσα επικοινωνίας. 

Όπως οι βάρβαροι πρίγκιπες που διαμόρφωσαν τον Μεσαίωνα, οι νέοι ολιγάρχες κατάφεραν να καταλάβουν τα φέουδα τους με μικρή αντίσταση από τις αδύναμες κεντρικές κυβερνήσεις. Η πανδημία επιτάχυνε αυτή τη διαδικασία. Τα lockdown και οι περιορισμοί στην κινητικότητα αποδείχτηκαν ευεργέτημα για εταιρείες τεχνολογίας όπως η Google, των οποίων τα κέρδη διπλασιάστηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. 

Σε αυτό το άκρως ρυθμιζόμενο περιβάλλον, οι ολιγάρχες της τεχνολογίας έχουν γίνει απλώς πλουσιότεροι: 7 από τους 10 πλουσιότερους Αμερικανούς προέρχονται από τον τεχνολογικό τομέα. Η Apple, με ορισμένους υπολογισμούς, αξίζει τώρα περισσότερο από ολόκληρη τη βιομηχανία πετρελαίου και φυσικού αερίου. Οι ήδη υπέρ-πλούσιοι έχουν γίνει ακόμα πλουσιότεροι. Μόνο ο Jeff Bezos είδε την καθαρή του περιουσία να εκτινάσσεται κατά περίπου 34,6 δισεκατομμύρια δολάρια (25 δισεκατομμύρια £) τους δύο πρώτους μήνες της πανδημίας, ενώ η εταιρεία του απολαμβάνει συνεχή αύξηση εσόδων και κερδών.


Καθώς η μισθοδοσία των στελεχών στον τεχνολογικό  τομέα έφτασε στη στρατόσφαιρα των οικονομικών μεγεθών, οι μικρές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν (αυτό που το Harvard Business Review αποκαλεί) «υπαρξιακή απειλή». Οι ειδικοί προειδοποιούν τώρα ότι το ένα τρίτο των μικρών επιχειρήσεων, οι οποίες αποτελούν την πλειοψηφία των αμερικανικών εταιρειών και απασχολούν σχεδόν τους μισούς εργαζόμενους, θα μπορούσαν τελικά να κλείσουν οριστικά. 

Εκατοντάδες χιλιάδες έχουν ήδη εξαφανιστεί, συμπεριλαμβανομένων σχεδόν των μισών από όλες τις επιχειρήσεις που ανήκουν σε μαύρους. Ιδιαίτερη ζημιά έχουν υποστεί οι μικροέμποροι κατά μήκος της Main Street και όσοι εργάζονται για αυτούς, όπως οι εργαζόμενοι σε εστιατόρια και στη φιλοξενία. 

Η παλιά μεσαία τάξη προσπαθεί να ανταγωνιστεί τις διαδικτυακές πλατφόρμες. Όπως έκαναν τα μεγάλα καταστήματα για δεκαετίες, η Amazon χρησιμοποιεί τη διαπραγματευτική της δύναμη για να ελαχιστοποιήσει τα ζητήματα της εφοδιαστικής αλυσίδας, μισθώνοντας τα δικά της πλοία και χρησιμοποιώντας μοχλεύσεις, προκειμένου να εξασφαλίσει αντικείμενα που δεν μπορούν να αποκτήσουν οι μικρότερες εταιρείες. 

Παρόμοια ενοποίηση σημειώνει και η περιουσία. Καθώς η ευημερία της μεσαίας τάξης παραπαίει στη Βρετανία, οι πλούσιες σε μετρητά τράπεζες επιδιώκουν να καταβροχθίσουν την αναδυόμενη αγορά σε αναξιοπαθούντα ακίνητα, διαμερίσματα και ακόμη και μονοκατοικίες. Εν τω μεταξύ, τα μεγάλα σπίτια του κεντρικού Λονδίνου αποκαθίστανται σε βικτοριανή χλιδή από Ρώσους, Κινέζους και Άραβες επενδυτές.

Οι πολιτικές για την αλλαγή του κλίματος θα μπορούσαν επίσης να καλλιεργήσουν τη νέα αυτοκρατορία για μια γενιά. Καθώς οι ολιγάρχες της τεχνολογίας και το οικονομικό κατεστημένο εφαρμόζουν την ιδέα του Davos για μια «Μεγάλη Επαναφορά», θα αναγκάσουν σε ένα γρήγορο τέλος των ορυκτών καυσίμων. Υπάρχουν τεράστιες ευκαιρίες για μεγάλες επενδύσεις από υπερπλούσιες εταιρείες και κερδοσκόπους στην «πράσινη οικονομία». Όλα αυτά είναι δυνατά με φορολογικές ελαφρύνσεις, δάνεια και εγγυημένες πωλήσεις σε κυβερνητικές μονάδες. 

Αυτή η κατάσταση υπόσχεται να δημιουργήσει μια νέα σοδειά μεγα-δισεκατομμυριούχων όπως ο Elon Musk, ο πλουσιότερος σήμερα άνθρωπος του κόσμου. Στην εποχή των σούπερ-επιδοτήσεων, όπως η Rivian, ένας απρόβλεπτος κατασκευαστής ηλεκτρικών οχημάτων που έχει αμελητέες πωλήσεις και σταθερές απώλειες, μπορεί να αποτιμηθεί υψηλότερα από τη General Motors, η οποία πουλά σχεδόν 7 εκατομμύρια αυτοκίνητα και έχει έσοδα 122 δισεκατομμυρίων δολαρίων κάθε χρόνο. 

Ο Βρετανός μαρξιστής James Heartfield χαρακτηρίζει αυτόν τον Πράσινο Καπιταλισμό ως  «σοσιαλισμό λιτότητας»: Θερισμός κυβερνητικών διαταγμάτων σε αντίθεση με την πραγματική παραγωγή πραγματικών αγαθών. Ωραία δουλειά αν μπορείς να την αποκτήσεις…

Για τη μεσαία και εργατική τάξη, η «Μεγάλη Επαναφορά» μπορεί να αποδειχθεί λιγότερο ελπιδοφόρα, αν όχι καταστροφική. Ο Eric Heymann, ανώτερος οικονομολόγος της Deutsche Bank Research, σημειώνει ότι για τους περισσότερους ανθρώπους, η ταχεία «πράσινη» μετάβαση θα σημάνει «αισθητή απώλεια ευημερίας και θέσεων εργασίας». Η συνειδητή πολιτική της αποανάπτυξης ως μέσου για τη βίαιη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου θα απαιτήσει να οι περισσότεροι άνθρωποι να εξαναγκαστούν να εγκαταλείψουν τα αυτοκίνητά τους, να ταξιδεύουν πολύ λιγότερο και να ζουν σε μικροσκοπικά διαμερίσματα. 

Η επιβολή θα είναι αναγκαστικά παρεμβατική. Οι διαμορφωτές των συγκεκριμένων σχεδίων στο Ηνωμένο Βασίλειο και αλλού πιέζουν για οικογενειακούς «προϋπολογισμούς άνθρακα». Αν προσθέσουμε και την τεχνολογία επιτήρησης, καταλήγουμε σε κάτι παρόμοιο με το σύστημα «κοινωνικής πίστωσης» της Κίνας, στο οποίο το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας των ατόμων υπόκειται στην έγκριση της κυβέρνησης.


Οι νέοι απειλούνται ιδιαίτερα από αυτές τις αλλαγές καθώς αντιμετωπίζουν ήδη πολύ δυσκολότερες προοπτικές από οποιαδήποτε μεταπολεμική γενιά. Λίγοι περιμένουν τα πράγματα να βελτιωθούν: Στις χώρες με υψηλότερο εισόδημα, περίπου τα δύο τρίτα των ανθρώπων που ερωτήθηκαν από την Pew Research βλέπουν ένα φτωχότερο μέλλον για την επόμενη γενιά.  

Σύμφωνα με ερευνητές του Equality of Opportunity Project, περίπου το 90% όσων γεννήθηκαν το 1940, μεγάλωσαν για να αποκτήσουν υψηλότερα εισοδήματα από τους γονείς τους. Αυτό ισχύει μόνο για το 50% όσων γεννήθηκαν τη δεκαετία του 1980. 

Μια πρόσφατη μελέτη της Federal Reserve Bank of St. Louis προειδοποιεί ότι οι millennials κινδυνεύουν να γίνουν μια «χαμένη γενιά», όσον αφορά τη συσσώρευση πλούτου. Για να θέσουμε τα πράγματα στις αληθινές τους διαστάσεις, μια έρευνα σε 10 χώρες, έδειξε ότι περισσότεροι από τους μισούς νέους πιστεύουν ότι ο κόσμος είναι καταδικασμένος από την κλιματική αλλαγή. 

Καθώς το κόστος στέγασης και άλλων δαπανών εκτινάσσεται στα ύψη, οι διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις σκληραίνουν. Η κληρονομιά ως μερίδιο του ΑΕΠ στη Γαλλία, έχει τριπλασιαστεί από το 1950, με ορισμένους Γάλλους millennials με υψηλότερο εισόδημα να κληρονομούν περισσότερα χρήματα από όσα βγάζουν πολλοί εργαζόμενοι σε μια ολόκληρη ζωή. Η αυξανόμενη σημασία των κληρονομικών περιουσιακών στοιχείων είναι ακόμη πιο έντονη στη Γερμανία, τη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. 

Στις ΗΠΑ, μια χώρα που στηρίζεται πολύ στον κληρονομικό πλούτο, τα παιδιά των γονέων που έχουν ιδιοκτησία βρίσκονται σε πολύ καλύτερη θέση προκειμένου να αποκτήσουν τελικά ένα σπίτι (συχνά με τη βοήθεια των γονιών), ενώ οι millennials έχουν τρεις φορές περισσότερες πιθανότητες από τους boomers να υπολογίζουν στην κληρονομιά για την συνταξιοδότησή τους. Μεταξύ της νεότερης γενιάς, ηλικίας 18 έως 22 ετών, πάνω από το 60% αναμένει ότι η κληρονομιά θα είναι η κύρια πηγή εισοδήματός τους καθώς γερνούν. 

Πώς όμως θα αντιδράσουν στην προοπτική της μόνιμης ενοικιαζόμενης δουλοπαροικίας και, εν τέλει, της απόλυτης εξάρτησης από το κράτος;  

Μια πρόσφατη έρευνα της Edelman αποκαλύπτει ότι διαρκώς αυξανόμενοι αριθμοί ανθρώπων δεν εμπιστεύονται πλέον τους θεσμούς και δεν πιστεύουν ότι η σκληρή δουλειά αποδίδει. Σε έναν κόσμο που κυριαρχείται από τους λίγους, το σημερινό πρεκαριάτο των εργαζομένων χωρίς μέλλον και με σύντομες συμβάσεις, και όσων έχουν εγκαταλείψει εντελώς την εργασία τους, θα μπορούσε να γίνει μια οικονομικά λιγότερο χρήσιμη εκδοχή του προλεταριάτου του Μαρξ: Μια μόνιμη υπο-τάξη για την οποία απαιτείται επιθετική, σχεδόν στρατιωτική αστυνόμευση. 

Την ίδια στιγμή, οι μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας και οι χρηματοοικονομικοί κολοσσοί (ακόμη και εκείνοι που αντιμετωπίζουν με δυσπιστία τον ζήλο υπέρ  της κλιματικής αλλαγής) βλέπουν την προοπτική των κερδών-ρεκόρ και των αποτιμήσεων σε «αναστάτωση». Η πανδημία επιτάχυνε τη στροφή των «λευκών κολάρων» στην εργασία εξ’ αποστάσεως και η ευρύτερη ζήτηση για αυτοματοποιημένες λύσεις εκτοξεύτηκε στα ύψη. Ένα μέλλον που εξαρτάται λιγότερο από την ανθρώπινη εργασία εκτοξεύει τους τεχνολογικούς ολιγάρχες στο υψηλότερο επίπεδο της οικονομίας (σ’ αυτό που ο Λένιν αποκαλούσε «επιβλητικά ύψη» της οικονομίας).

Σε μια ψηφιοποιημένη οικονομία, είναι καλό να ελέγχονται οι κρίσιμες θέσεις. Και αυτό το κάνουν έξοχα οι ολιγάρχες. Έχουν καταλάβει κυρίαρχα μερίδια στις βασικές αγορές, από την αναζήτηση (Google) και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (Facebook) έως τις πωλήσεις βιβλίων (Amazon). Η Google και η Apple μαζί παρέχουν πάνω από το 95% του λειτουργικού λογισμικού για κινητά, ενώ η Microsoft εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει πάνω από το 80% του λογισμικού που τρέχει προσωπικούς υπολογιστές σε όλο τον κόσμο. 

Έχω καλύψει τα πεπραγμένα της Silicon Valley επί 45 χρόνια. Σήμερα, το υπερ-ανταγωνιστικό, ελεύθερο πνεύμα της που γνώριζα στο παρελθόν, μοιάζει περισσότερο με τα τραστ των αρχών του 20ου αιώνα. Ο Mike Malone, ο οποίος έχει ασχοληθεί με τη Silicon Valley όσο κανείς, βλέπει ότι χάνει μεγάλο μέρος του ήθους της. Ισχυρίζεται, ότι οι νέοι δεξιοτέχνες της τεχνολογίας έχουν μετατραπεί από «παιδιά του μπλε κολάρου σε παιδιά των προνομίων» και έχουν απομακρυνθεί από το ήθος παραγωγής που κάποτε έκανε τη Silicon Valley εμπνευσμένη. 

Μια έντονα ανταγωνιστική βιομηχανία έχει ερωτευτεί τη «γοητεία της σιγουριάς», υποστηριζόμενη από τεράστιο κεφάλαιο και μερικές φορές από την ίδια την κυβέρνηση. Ο ανταγωνισμός δεν είναι πλέον κίνητρο για δημιουργικότητα: Οι ανταγωνιστές απλώς εξαγοράζονται. 

Ο πλούτος δεν μπορεί να κυβερνήσει από μόνος του. Η αυτοκρατορία χρειάζεται μια τάξη προσηλυτισμού που μπορεί να δικαιώσει τους κυβερνώντες και να σώσει τις ταλαιπωρημένες ψυχές των κατώτερων τάξεων. Στους μεσαιωνικούς χρόνους, αυτό τον ρόλο υπηρετούσε η Καθολική Εκκλησία, δικαιολογώντας ουσιαστικά τη φεουδαρχική τάξη ως έκφραση της θείας βούλησης. Στη σημερινή εποχή, αυτό το ρόλο παίζει ένα είδος ιερατείου ή διανόησης (που ως επί το πλείστων, δεν είναι θρησκευόμενοι), που αποτελείται από άτομα της υψηλής γραφειοκρατίας, του ακαδημαϊκού χώρου και των βιομηχανιών πολιτισμού και μέσων ενημέρωσης. 

Η πανδημία προσφέρει μια ευκαιρία και ένα όφελος και σ’ αυτή την τάξη. Η "έκτακτη ανάγκη" επέτρεψε στις κυβερνήσεις να τους παραχωρήσουν άνευ προηγουμένου εκτελεστικές και διοικητικές εξουσίες, όχι μόνο στην κεντρική Γαλλία αλλά ακόμη και στη συνήθως ημιευαίσθητη Μεγάλη Βρετανία και Αυστραλία. 

Για ορισμένους, τα lockdown χρησίμευσαν ως «δοκιμαστική πορεία» των απαραίτητων μέτρων για την υλοποίηση των προτιμώμενων πολιτικών τους για την κλιματική αλλαγή. 

Στο νέο σύστημα, ο πραγματικός ταξικός εχθρός δεν είναι οι υπερβολές των υπερπλούσιων , ή ακόμη και οι υπερβολικές σπατάλες των κυβερνήσεων: Είναι τα καταναλωτικά πρότυπα των μαζών. Αυτό το βλέπουμε στην ανταπόκριση προοδευτικών μέσων ενημέρωσης και ακόμη και πολιτικών (όπως η Alexandria Ocasio-Cortez), σε καταγγελίες για το αυξανόμενο κόστος των τροφίμων, του ενοικίου και της ενέργειας, μέσω του οποίου βλέπουν ακόμη και τα απαραίτητα ως εφήμερα και τα προβλήματα της εφοδιαστικής αλυσίδας ως συνέπεια της υπερβολικής κατανάλωσης των μαζών. 

Όπως στον Μεσαίωνα, όταν η εκκλησία και το στέμμα ανταγωνίζονταν για ηθική και πολιτική εξουσία, έτσι και σήμερα, οι γραφειοκρατικές και οι μη εκλεγμένες πηγές εξουσίας δεν συμφωνούν πάντα. Αλλά σε μεγάλο βαθμό, ασπάζονται παρόμοιες ιδεολογίες, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για την επιβολή ελέγχου στις πληροφορίες σχετικά με την πανδημία ή την κλιματική αλλαγή. 

Ο Ιταλός κοινωνιολόγος των αρχών του 20ου αιώνα Robert Michels σημείωσε ότι τα πολύπλοκα ζητήματα (όπως το κλίμα, για παράδειγμα) ενισχύουν αυτό που ονόμασε «σιδερένιο νόμο της ολιγαρχίας»: Μια κοινωνία, όσο περισσότερο εξαρτάται από την τεχνογνωσία, τόσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη για λύσεις που βασίζονται στην ελίτ, οι οποίες παρακάμπτουν τη λαϊκή συμβολή, και τόσο μεγαλύτερη είναι και η δύναμη που θα ασκήσει η ελίτ για να επιτύχει τους στόχους της. 

Ο H.G. Wells ονειρευόταν μια «νέα δημοκρατία» που διοικούνταν από λίγους "ενάρετους". Οι ψηφιακές ελίτ αυτοχρίζονται και διορίζονται ως τέτοιοι από τους συναδέλφους τους της ελίτ στις επιχειρήσεις και τα μέσα ενημέρωσης. Τα διευθυντικά στελέχη μεγάλων εταιρειών που έχουν καλή μόρφωση, έλκονται φυσικά από την ιδέα μιας κοινωνίας που κυβερνάται από επαγγελματίες ειδικούς με «φωτισμένες» αξίες, δηλαδή από ανθρώπους που μοιάζουν με τον εαυτό τους. 

Για να αντιμετωπίσουν αυτό που θεωρούν ως «υπαρξιακή κρίση», πολλά από τα μέσα ενημέρωσης υποστηρίζουν τη δημιουργία μιας παγκόσμιας τεχνοκρατίας. «Η δημοκρατία είναι ο μεγαλύτερος εχθρός του πλανήτη», υποστήριξε ένα άρθρο στο Foreign Policy, το 2019. Αυτή η εχθρότητα προς τη δημοκρατία ως εμπόδιο στην «πρόοδο», από πάνω προς τα κάτω, συνδυάζεται με μια άλλη πηγή αντιδημοκρατικής δυσπιστίας. Οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο, ιδιαίτερα οι νέοι, δεν ασπάζονται πλέον τη βασική έννοια της αυτοδιοίκησης. Η πλειονότητα των νέων Αμερικανών τάσσεται τώρα υπέρ της μεγάλης κλίμακας κρατικής παρέμβασης στην οικονομία. Άλλωστε, περίπου το ένα τρίτο από αυτούς αυτοαποκαλούνται σοσιαλιστές. 

Οι ηγέτες του «καπιταλισμού νέου τύπου» έχουν υπογράψει μια υπόσχεση για απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, για το Net Zero. Αυτό δεν είναι, μια συνειδητή συνωμοσία, όπως πιστεύουν διάφοροι  δεξιοί και  αριστεροί. Αντίθετα, είναι κάτι που προωθείται από τη φυσική επιθυμία των τεχνολογικών εταιρειών για κέρδη που προέρχονται από την αντικατάσταση του κόσμου που εκπέμπει άνθρακα, όπου είναι δυνατόν, και του ακαταμάχητου δέλεαρ για τους επενδυτές και τις εταιρείες μιας τεράστιας, επιδοτούμενης και κρατικής χρηματοδότησης αγοράς. 

Τα περισσότερα στελέχη της τεχνολογίας και της οικονομίας δεν είναι ιδεολόγοι. Ούτε είναι, παρά τα φαινόμενα, κοινωνιοπαθείς. Ωστόσο, αισθάνονται δικαιωμένοι λογοκρίνοντας και απονομοποιώντας όχι μόνο τον Donald Trump ή τη New York Post ή τον Bari Weiss, αλλά και τους διαπιστευμένους εμπειρογνώμονες των οποίων οι απόψεις αποκλίνουν από την αποδεκτή γραμμή του προσωπικού των Google, Facebook, Twitter, και άλλων οργανισμών που επιβάλλονται ολοένα και περισσότερο. Η έδρα αυτών των εταιρειών στην περιοχή του κόλπου του Σαν Φρανσίσκο και στην περιοχή Puget Sound, δύο εκ των πιο ανόητα προοδευτικών περιοχών της χώρας, είναι επίσης ένας παράγοντας. 

Στην πράξη, αυτό σημαίνει την εξάλειψη των συντηρητικών απόψεων και όχι μόνο αυτών του ακραίου περιθωρίου, σύμφωνα με πρώην εργαζόμενους. Ακαδημαϊκοί ειδικοί όπως η Judith Curry και ο Roger Pielke, με κάπως αντίθετες απόψεις για το κλίμα, αγνοούνται και περιθωριοποιούνται συστηματικά. Σκεπτικιστές όπως ο περιβαλλοντολόγος Mike Shellenberger, ο σύμβουλος του Obama Steven Koonin και ο «σκεπτικιστής περιβαλλοντολόγος» Bjorn Lomborg παραδίδονται στη λήθη της μνήμης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης επειδή περιγράφουν λεπτομερώς τους υπερβολικούς ισχυρισμούς και τις εξευτελιστικές πολιτικές των περιβαλλοντολόγων. 

Μας κυβερνά όλο και περισσότερο ένας «τέλειος γάμος» ταξικής ευκολίας, με περισσότερη δύναμη για τον κλήρο και ολοένα μεγαλύτερες οικονομικές ευκαιρίες για την ολιγαρχία, όλα με το πρόσθετο όφελος να τους ενθαρρύνουμε να αισθάνονται καλά με τον εαυτό τους. Ακόμη και όταν πιέζουν για την επιβολή λιτότητας στις μάζες, ενώ οι ίδιοι ζουν σαν μεσαιωνικοί άρχοντες, επιδίδονται σε πλούσιους γάμους και δημιουργούν κτήματα που θυμίζουν τους Αψβούργους. 

Ο Jeff Bezos μόλις ξόδεψε 100 εκατομμύρια δολάρια (80 εκατομμύρια £) για ένα καταφύγιο στη Χαβάη. Η κόρη του Bill Gates μόλις απόλαυσε έναν γάμο 2 εκατομμυρίων δολαρίων (£ 1,5 εκατομμυρίου).

Ο John Kerry, πρόεδρος και επικεφαλής της ομάδας για το κλίμα του Biden, επωφελούμενος της περιουσίας του ως κληρονόμου, ταξιδεύει με ένα ιδιωτικό τζετ που χρησιμοποιεί τριάντα φορές περισσότερη ενέργεια από το μέσο αμερικανικό όχημα. 

Η πράσινη εκδοχή των απολαύσεων μπορεί να τους κάνει να αισθάνονται καλύτερα για τον τεράστιο πλούτο και τις υπερβολές τους, όπως ακριβώς συνέβαινε με τους δολοφόνους και διεφθαρμένους αριστοκράτες του παρελθόντος, Ωστόσο, πολλοί φροντίζουν να παίρνουν μέτρα για την πιθανότητας μιας εξέγερσης του αγρότη. Αυτά περιλαμβάνουν τη χρήση ιδιωτικής ασφάλειας, την κατασκευή αποθηκών και την αναζήτηση απομακρυσμένων εκτάσεων στις ΗΠΑ ή στο εξωτερικό, όπως στην αυστηρά ελεγχόμενη Νέα Ζηλανδία. 

Ποιο είναι όμως το τελικό παιχνίδι για τους ολιγάρχες και τους συμμάχους τους; Ο δημοσιογράφος τεχνολογίας Gregory Ferenstein πήρε συνέντευξη από 147 ιδρυτές ψηφιακών εταιρειών. Το συμπέρασμά του: «Ένα ολοένα και μεγαλύτερο μερίδιο του οικονομικού πλούτου θα συγκεντρωθεί από ένα μικρότερο κομμάτι ταλαντούχων ή πανέξυπνων ανθρώπων. Όλοι οι άλλοι θα επιβιώσουν με κάποιον συνδυασμό μερικής απασχόλησης και κρατικής βοήθειας».

Σύμφωνα με την εκτίμηση της Silicon Valley, η μάζα των ανθρώπων μπορεί να προσβλέπει στη ζωή ως επιδοτούμενοι καταναλωτές του metaverse του Facebook ή του ονείρου της Google για «εμβυθιστικούς υπολογιστές». 

Τι θα κάνουμε όμως οι υπόλοιποι; Υπάρχει σαφώς κάποια απογοήτευση με την αναδυόμενη τάξη. Η παγκόσμια εμπιστοσύνη στους θεσμούς (κυρίως στα μέσα ενημέρωσης και στη μεγάλη τεχνολογία), έχει υποχωρήσει πολύ και η οικονομική και γεωπολιτική ανασφάλεια αυξάνεται. 

Προσπαθούμε να επιβάλουμε μια πράσινη οικονομία χωρίς να υπάρχει η τεχνολογία ή ακόμη και η ηλεκτρική ενέργεια. Αυτό θα αναγκάσει ορισμένες χώρες να επιστρέψουν στον άνθρακα. Άλλωστε, η Κίνα έχει ήδη εντείνει τη χρήση σταθμών που κινούνται με άνθρακα. Καθώς θέσεις εργασίας των «μπλε» και των «λευκών κολάρων» εξαλείφονται από την αυτοματοποίηση, οι ολιγάρχες και οι σύμμαχοί τους θέλουν να επιβάλουν ένα Καθολικό Βασικό Εισόδημα, για να αποτρέψουν τους θιγόμενους από το να υποφέρουν υπερβολικά και ενδεχομένως να επαναστατήσουν. 

Ωστόσο, πολλοί άνθρωποι δεν θέλουν να δεχτούν μια ζωή επιδοτούμενης εξάρτησης, που γίνεται υποφερτή από το ψηφιακό ισοδύναμο του «άρτος και θεάματα» των τσίρκων της αρχαίας Ρώμης. Ο χρόνος που απομένει είναι μικρότερος από όσο νομίζουμε. Οι ολιγάρχες της τεχνολογίας δημιουργούν κάτι παρόμοιο με αυτό που ο Aldous Huxley αποκάλεσε στο Brave New World Revisited ένα «επιστημονικό σύστημα κάστας».

Όπως έγραφε ο Huxley το 1958: «Δεν θα υπάρχει κανένας ”καλός λόγος”,  ώστε  να πρέπει ποτέ να ανατραπεί η κρυφή δικτατορία. Θα έχει “ρυθμίσει” τους υπηκόους της από τη γέννηση τους έτσι ώστε να μεγαλώνουν αγαπώντας τη δουλεία τους και να μην ονειρεύονται ποτέ μία επανάσταση». Θα διατηρεί μια αυστηρή κοινωνική τάξη και θα παρέχει αρκετή διέξοδο μέσω των ναρκωτικών, του sex και των video για να κρατά το τεχνητά στενό μυαλό τους απασχολημένο και χορτασμένο. 

Η συγχώνευση της κυβέρνησης με τις μεγάλες ολιγοπωλιακές εταιρείες και η τεχνολογικά ενισχυμένη συλλογή ιδιωτικών πληροφοριών, επιτρέπουν στις νέες απολυταρχίες να παρακολουθούν τη ζωή μας με τρόπους που θα ζήλευαν ο Μάο, ο Στάλιν ή ο Χίτλερ. 

Ένα αυξανόμενο τσουνάμι χρήματος και διοικητικής εξουσίας καθορίζει την ανερχόμενη αυτοκρατορία. Εάν εμείς ως πολίτες, ανεξάρτητα από τον πολιτικό μας προσανατολισμό, δεν επαγρυπνούμε, η δημοκρατία μας θα γίνει ένα ολοένα και πιο κούφιο κουφάρι.

 

Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά στην παγκόσμια έκδοση του The Spectator τον Ιανουάριο του 2022

 

Joel Kotkin

Biography

Described by the New York Times as “America’s uber-geographer,” Joel Kotkin is an internationally-recognized authority on global, economic, political and social trends. His new book, The Human City: Urbanism for the Rest of Us, was  published last year by Agate Press. He is co-editor , with Alan Berger of MIT, of the forthcoming book Infinite Suburbia, a book of essays by 52 authors.

Mr. Kotkin is the Presidential Fellow in Urban Futures at Chapman University in Orange, California and Executive Director of the Houston-based Center for Opportunity Urbanism (opportunityurbanism.org).  He is Senior Advisor to the Kem C. Gardner Policy Institute. He is Executive Editor of the widely read website www.newgeography.com and writes the weekly “New Geographer” column for Forbes.com. He is a regular contributor to the Daily Beast and Real Clear Politics.

He is the author of seven previously published books, including the widely praised The New Class Conflict (Telos Press), which describes the changing dynamics of class in America.

Other past books include The Next Hundred Million: America in 2050, published by The Penguin Press. The book explores how the nation will evolve in the next four decades. The City: A Global History and Tribes: How Race, Religion and Identity Are Reshaping the Global Economy, were also published in numerous languages including Spanish, Chinese, Korean, Japanese, German and Arabic.

Mr. Kotkin has published reports on topics ranging from the future of class in global cities to the places with the best opportunities for minorities. His 2013 report, “Post- familialism: Humanity’s Futurean examination of the world’s future demography", was published by the Civil Service College of Singapore and Chapman University and has been widely commented on not only in the United States, but in Israel, Brazil, Canada and other countries.

Over the past decade, Mr. Kotkin has completed studies focusing on several major cities, including a worldwide study focusing on the future of London, Mumbai and Mexico City, and studies of New York, Los Angeles, New Orleans, Houston, San Bernardino and St. Louis, among others. In 2010 he completed an international study on “the new world order” for the Legatum Institute in London, UK that traced trans-national ethnic networks, particularly in East Asia. He also has worked in smaller communities, including a report -working with Praxis Strategy Group – on the rise of the Great Plains for Texas Tech University.

Kotkin has finished  major studies on Texas urbanism, the future of localism and the re-industrialization of the American heartland for the Center for Opportunity Urbanism. As director of the Center for Demographics and Policy at Chapman, he was the lead author of a major study on housing, and is currently involved in a project about the future of Orange County, CA that will be completed this winter.

More About Joel Kotkin, his publications and the Center for Demographics and Policy