Εγγραφή στο Newsletter - Μην εμπιστεύεστε τα Social Media!

Από το κακό στο χειρότερο: και ψυχαναλυτές «στο χακί»…

ΦΩΤΗΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ

 

Μία νέα πάθηση έχει εμφανιστεί τελευταία που απασχολεί σοβαρά τους ειδικούς τής ψυχικής υγείας: ο αντι-εμβολιασμός. Δεν ξέρουμε ακόμη αν είναι μικροβιακής, γονιδιακής ή άλλης αιτιολογίας, αλλά ελπίζουμε ότι σύντομα θα πάρει τη θέση που της αξίζει στο DSM-VΙ της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας. Η πιο πρόσφορη (συμπτωματική) αντιμετώπισή της ώς τώρα έχει αποδειχθεί το πακέτο φίμωση-εγκλεισμός-αναπρογραμματισμός των κυτταρικών αντιδράσεων – και βλέπουμε…

            Ο ρόλος της ψυχιατρικής ως ασφαλιστικής δικλείδας στις αστυνομευτικές λειτουργίες τού νεωτερικού κράτους είναι γνωστός και πολυσυζητημένος. Λιγότερα έχουν ειπωθεί και γραφτεί για τις ομαλοποιητικές υπηρεσίες της «ψυχανάλυσης» στην εμπέδωση της πολιτικής παθητικοποίησης και του διάχυτου κομφορμισμού που χρειάζονται απεγνωσμένα οι υπερδιευθυνόμενες κοινωνίες της εμπορευματικής αγοράς – μολονότι ούτε αυτό είναι άγνωστο στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ… Σε τί επίπεδα αυτο-γελοιοποίησης και χαμέρπειας όμως μπορεί να φτάσει ο ψυχαναλυτικός λόγος και οι συμπαθείς επαγγελματίες που τον διαχειρίζονται προς το ζην δεν μπορούσα να φανταστώ – πριν δω την αφίσα που ανήγγελλε μια δημόσια διαδικτυακή συζήτηση, οργανωμένη από το ψυχαναλυτικό περιοδικό Οιδίπους και τις Εκδόσεις Αρμός το Σάββατο 29 Ιανουαρίου 2022, με θέμα: «Ο αντι-εμβολιασμός και τα ασυνείδητα νοήματά του: γενικευμένο κοινωνικό σύμπτωμα ή δυσφορία από τον πολιτισμό;»[1] Ομιλητές: Χρήστος Ζερβής (Πρόεδρος της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας)· Ηλίας Μαγκλίνης (Αρχισυντάκτης της Καθημερινής)· Νίκος Μαραντζίδης (Καθηγητής Παν/μίου Μακεδονίας)· Θεοφάνης Τάσης (Λέκτωρ Φιλοσοφίας Alpen-Adria Universität)· και ο Νίκος Λαμνίδης (ψυχαναλυτής και εκδότης του περιοδικού Οιδίπους).

            Το πρώτο που βγάζει μάτι είναι η πολιτική ταυτότητα την οποία διατυμπανίζει από τη σύστασή του και μόνο το πάνελ, που συγκεντρώνει το βαρύ πυροβολικό της Νέας Δεξιάς. Αρκεί η παρουσία τού αρχισυντάκτη τού πιο έγκυρου δελτίου τής Αμερικανικής Πρεσβείας στην ελληνική γλώσσα (της εφημερίδας που λέγεται Καθημερινή) κι ενός από το περιώνυμο ζεύγος της δωσιλογικής «ιστοριογραφίας» (Ν. Μαραντζίδης-Στ. Καλύβας) που πασχίζουν εδώ και χρόνια να εμβολιάσουν στη μελέτη τής πρόσφατης ελληνικής ιστορίας την οπτική των νικητών: των συμμοριών που μαστίζουν ακόμα και σήμερα τη χώρα, μεταπράτες ενός υπόκωφου κι εκδικητικού αντικομμουνισμού στις υπηρεσίες των εξ Εσπερίας εντολοδοτών τους...

            Αλλά δεν χρειάζονται προδικαστικές κρίσεις· ό,τι είναι αναγκαίο να κρίνει όποιος δεν έχει απεμπολήσει και το τελευταίο ίχνος κριτικού σκέπτεσθαι είναι αδιάψευστα διατυπωμένο στην εν λόγω αφίσα (μολονότι αναρωτιέμαι αν ο γράφων είχε επίγνωση του πόσο «καρφώνεται»: πόσο πιο συγκεκαλυμμένους τρόπους απαιτεί, δηλαδή, η σοβαρή προπαγάνδα…). Διαβάζουμε εν πάση περιπτώσει εκεί:

Οι σημερινές κυβερνήσεις του (υπερανεπτυγμένου) Δυτικού Κόσμου ίσως ευρίσκονται, μαζί με τους απανταχού οργανικούς διανοούμενους, ενώπιον μίας αναλόγου[2] ιστορικού μεγέθους απογοήτευσης. Πληθυσμοί, κοινωνίες αλλά και ατομικές ανθρώπινες υπάρξεις αντιτίθενται με σφοδρότητα στην επιστημονικά-πληροφορημένη γνώση ότι ο εμβολιασμός μάς προφυλάσσει από τη βαριά νόσηση και τον θάνατο […] Είτε ως «οικοσυστήματα» των Εναλλακτικών της Γερμανόφωνης Ευρώπης, είτε ως λαϊκισμός εναντίον των ελίτ στην Ολλανδία και ως Τραμπική δεξιά στις ΗΠΑ, είτε ως λαϊκιστικός απομονωτισμός στην Ανατολική Ευρώπη, ο αντιστασιακός αυτός φραγμός δείχνει να κρατάει ένα σεβαστό ποσοστό των πληθυσμών αυτών σε θέση αντίδρασης στην ορθολογική επιλογή [υπογραμμίσεις δικές μου].

Για φανταστείτε την απελπισία των κυβερνήσεων όταν οι πολίτες εννοούν να μην υπακούουν στις άνωθεν διαταγές τους! Όταν επιμένουν ν’ αποφασίζουν οι ίδιοι για τη ζωή τους και τη διαχείρισή της, παίρνοντας στα σοβαρά τις διακηρύξεις  —τί άλλο δηλαδή θέλατε να λέμε;— του Διαφωτισμού και της «φιλελεύθερης δημοκρατίας»! Και η απόγνωση των δύστυχων κυβερνώντων γίνεται ακόμα μεγαλύτερη όταν ο άθλιος αυτός όχλος «αντιτίθεται με σφοδρότητα στην επιστημονική πληροφορημένη γνώση» – ό,τι δηλαδή έριχνε σε κατάθλιψη και τον γέροντα Πλάτωνα, που ευαγγελίστηκε πρώτος μιαν δικτατορία των επαϊόντων (ιδέα που έμελλε να κληρονομήσει ο σερ Φράνσιζ Μπαίηκον στην επιστημονική του δυσ(ου)τοπία τής Νέας Ατλαντίδας, και ο Αύγουστος Κοντ στα κοινωνιοαναμορφωτικά του παραληρήματα). Τολμώ να πιστέψω, μάλιστα, ότι κι αυτό το «υπερανεπτυγμένου» στην παρένθεση, ως επιθετικός προσδιορισμός του «Δυτικού Κόσμου», παρεισάγεται με επιδοκιμαστική σημασία!

            Πώς πρέπει να κριθεί κάποιος ο οποίος συντάσσεται εκ προοιμίου με τις «κυβερνήσεις και τους οργανικούς διανοούμενους», αν όχι ως εχθρός της δημοκρατίας; Και τί άλλο μπορεί να δηλώνει η εκ προοιμίου ταύτιση της «ορθολογικής επιλογής» με τη θέληση των κυβερνώντων, παρά την εξάλειψη της πολιτικής ως τόπου δημόσιας διαβούλευσης και αντιπαράθεσης, υπέρ μιας τεχνικοποιημένης διακυβέρνησης που είναι ακριβώς το ολοκληρωτικό όνειρο των παγκόσμιων κεφαλαιοκρατικών ελίτ, οι οποίες το μόνο που τρέμουν είναι οι μαζικές κινητοποιήσεις των λαών κι επιδιώκουν με κάθε τρόπο να τους εξαφανίσουν, πολιτικά ή και φυσικά, από τον δημόσια σφαίρα; Δεν τίθεται βέβαια ζήτημα περιεχομενικών κριτηρίων της ορθολογικότητας, και σοφά, διότι, αν ετίθετο, θα ήταν το βατερλώ των ζηλωτών της «ορθολογικής επιλογής».  Εγώ εν πάση περιπτώσει, κάνοντας τον χαζό, όπως λέμε, θα το θέσω εις ώτα μη ακουόντων: 

  • Είναι ορθολογικό να κηρύσσουμε «πανδημία» μια ιογενή λοίμωξη που δεν προσβάλλει σοβαρά πάνω από ένα 20% των μολυσμένων, και «παγκόσμια υγειονομική απειλή» μία γρίπη με ποσοστό θνητότητας μεταξύ 0,05-0,50%, και μέσο ηλικιακό όρο των καταληκτικών περιπτώσεων τα 79 έτη (με προσδόκιμο ζωής τα 80);
  • Είναι ορθολογικό να αποκαλούμε «κρούσματα» υγιείς φορείς ενός ιού, τη στιγμή που όλοι είμαστε «κρούσματα» (δηλαδή, υγιείς φορείς) εκατοντάδων αν όχι χιλιάδων ιών – και βασιζόμενοι αποκλειστικά σχεδόν σε «τεστ» τα οποία έχουν ήδη κηρυχθεί επισήμως αναξιόπιστα και υπό απόσυρσιν;
  • Είναι ορθολογικό να κάνουμε εμβολιασμούς στη διάρκεια μιας επιδημίας, που κι ένας πρωτοετής φοιτητής της ιατρικής μέχρι χθες ήξερε ότι μπορεί να οδηγήσουν σε ανθεκτικές μεταλλάξεις, αντίθετα από τη φυσική τάση των ιών να μεταλλάσσονται σε όλο και πιο ακίνδυνες μορφές;
  • Είναι ορθολογικό ν’ αποκλείουμε —στην πράξη, ν’ απαγορεύουμε— απλές, φτηνές και αποδεδειγμένα αποτελεσματικές και ακίνδυνες θεραπείες με κοινά φαρμακευτικά σκευάσματα για να προωθήσουμε την πιο επικίνδυνη, ακριβή και απρόσφορη χρήση εμβολίων (ό,τι αν είναι αυτά), και μάλιστα να κηρύσσουμε —ανερυθρίαστα, ενάντια σε κάθε «επιστημονικά πληροφορημένη γνώση»— την τεχνητή «ανοσία» ως ανώτερη της φυσικής;
  • Είναι ορθολογικό να καταναγκάζουμε το σύνολο ενός πληθυσμού, και μάλιστα ευαίσθητες ομάδες όπως έγκυοι και παιδιά —ενάντια σε κάθε ώς τώρα επικρατούσα ιατρική δεοντολογία— να λάβει παρά τη θέλησή του μέρος σε ένα ιατρικό πείραμα με πλατφόρμες γενετικής τεχνολογίας;
  • Είναι ορθολογικό να παρεμποδίζουμε ή να αποκρύπτουμε την καταγραφή των παρενεργειών ενός πειραματικού «φαρμάκου», και να αποδίδουμε κάθε θάνατο από συγγενείς νοσηρότητες στο κορωνοϊό, ενώ κάθε θάνατο από «εμβόλιο» σε συγγενείς νοσηρότητες;
  • Είναι ορθολογικό ν’ απαιτούμε την πολλαπλώς παράνομη επιβολή μιας ιατρικής πράξης (εμβολιασμού, αλλά και απλής μασκοφορίας ακόμα) εις βάρος της θέλησης του υποκειμένου με το δικαιολογητικό ότι πρέπει να δημιουργηθεί συλλογικό «τείχος ανοσίας», και ύστερα να δηλώνουμε επισήμως (κα Θεοδωρίδου τις προάλλες) ότι τείχος ανοσίας δεν δημιουργείται με τον εμβολιασμό, ενώ εξακολουθούμε ν’ αντιμετωπίζουμε κάθε υγιή πολίτη ως «υγειονομικό κίνδυνο» μέχρις αποδείξεως του εναντίου;
  • Είναι ορθολογικό ν’ αγνοούμε τα συγκριτικά στατιστικά δεδομένα μεταξύ χωρών που υιοθέτησαν διαφορετικές υγειονομικές στρατηγικές (π.χ. Σουηδία-Ελλάδα) και, όσο μια επιλεγμένη στρατηγική αυξάνει τη γενική θνησιμότητα του πληθυσμού (ακριβώς το παράδειγμα της Ελλάδας εν προκειμένω), να εντείνουμε την ίδια αυτή στρατηγική;

Θα μπορούσα να συνεχίσω επί μακρόν τον κατάλογο των ερωτημάτων περί ορθολογικότητας, όπως και να προσθέσω ανάλογα ερωτήματα περί νομιμότητας, έναντι συνταγματικών προνοιών και διεθνών συμβάσεων που κηρύσσονταν μέχρι πρότινος δεσμευτικές από τους ίδιους εκείνους οι οποίοι αυτή της στιγμή τις κουρελιάζουν – αλλά δεν χρειάζεται… Και μόνο αυτά αν μου απαντούσε ο γράφων και οι συνεργοί του θα ήμουν ευχαριστημένος. Αλλά πρέπει επίσης να σχολιάσω την «επιστημονικά πληροφορημένη γνώση», επειδή έχει γίνει το κατεξοχήν εργαλείο επίθεσης στα κοινωνικά δικαιώματα και στην αυτονομία των ανθρώπων εκ μέρους εκείνων που διαχειρίζονται τους μηχανισμούς τού κρατικού καταναγκασμού (ή που κινούν τα ανδρείκελα της κυβερνητικής και δικαστικής εξουσίας).

            Όλη αυτή η ρητορική, που αναπαράγεται ad nauseam από τους σαλτιμπάγκους των Μέσων Ενημέρωσης, συνοψίζεται στην αφελή (κουτοπόνηρη θα ήταν σωστότερο να την χαρακτηρίσω) πρόταση «η επιστήμη λέει». Ποια επιστήμη;

Εκτός αν εννοηθεί ως μετάθεση της θεϊκής-πατρικής imago, «η επιστήμη» δεν υπάρχει. Υπάρχουν μονάχα επιστήμονες, με πολύ διαφορετικές μεταξύ τους ταξικές και κοινωνικές θέσεις, επαγγελματικούς περιορισμούς και συμφέροντα, πολιτισμικές και ιδεολογικές προκαταλήψεις. Οι επιστήμονες αυτοί, παρότι δεσμεύονται σε από κοινού συμφωνημένες μεθοδολογίες (οι οποίες επίσης δεν είναι ανεπίδεκτες κριτικής), πολύ σπάνια έχουν την ίδια γνώμη πάνω στα «επιστημονικά» τους ζητήματα – κι ευτυχώς, γιατί αλλιώς οι κοινωνίες θα ήταν ανυπεράσπιστες απέναντι στις εκχωρημένες εξουσίες τους... Και ακόμη περισσότερο τούτη τη στιγμή, η επιστημονική κοινότητα εμφανίζεται δραματικά διχασμένη. Κορυφαίοι επιστήμονες απ’ όλο τον κόσμο αντιτίθενται διαρρήδην στις υιοθετημένες υγειονομικές πολιτικές και προειδοποιούν για τους κινδύνους τους· και ακόμη κι αν κάποιος δεν έχει τα κριτήρια να κρίνει καθ’ ύλην τις απόψεις τους, δεν μπορεί να μη έχει προσέξει πως η αντίπαλη μερίδα των «υποστηρικτών» είναι ακριβώς εκείνοι οι οποίοι τελούν σε διατεταγμένη υπηρεσία από κυβερνήσεις και φαρμακευτικές πολυεθνικές. Αν τώρα η κρατικά ενορχηστρωμένη προπαγάνδα ταυτίζει την «επιστήμη» με τις γνώμες των τελευταίων, ένα και μόνο πράγμα φανερώνει: το παιχνίδι μιας πολιτικής εξουσίας που ζητάει να νομιμοποιηθεί στο όνομα μια επιστήμης την οποία έχει η ίδια προηγουμένως νομιμοποιήσει ως «επιστημονικώς αρμόδια»!

            Το δεύτερο σημείο της ρητορικής τού παραπάνω αποσπάσματος που αξίζει να σχολιαστεί είναι η χρήση τού όρου «λαϊκισμός», ως ουσιαστικό και ως επίθετο. Εδώ αναπαράγεται ακριβώς η ξύλινη γλώσσα της Νέα Δεξιάς – και με τον όρο αυτό δεν εννοώ τις γραφικές ακροδεξιές ή νεοφασιστικές ομάδες που είναι ένα μάλλον περιθωριακό φαινόμενο (και ούτως ή άλλως χρησιμοποιούνται ποικιλοτρόπως κατά περίστασιν από τους πραγματικούς ιθύνοντες) αλλά τις ελίτ που ενορχηστρώνουν την κεφαλαιοκρατική παγκοσμιοποίηση και τις υποτελείς τους κυβερνήσεις. Είναι η γλώσσα που εξακτινώνεται προπαντός από το αγγλοσαξωνικό πανεπιστήμιο, την κυρίαρχη μηχανή παραγωγής ιδεολογίας στις ημέρες μας για λογαριασμό των κεφαλαιοκρατικών τάξεων του δυτικού κόσμου. Παρότι τα στερεότυπά της διαποτίζουν, σε αλλεπάλληλες αραιώσεις και σχηματοποιήσεις, τη ρητορική όλου τού πολιτικού επιτελείου των κρατών και των διεθνών οργανισμών τής Δύσης, αρκεί να κοιτάξει κάποιος τα εγχειρίδια της πολιτικής θεωρίας που διδάσκεται στα prestigious εκπαιδευτικά ιδρύματα της μητρόπολης για να βρει το πρωτότυπό τους.[3] Η βασική διάκριση με την οποία σκέπτονται αυτά τα think-tank πλέον στο πεδίο της διεθνούς πολιτικής είναι «φιλελεύθερες δημοκρατίες»-«αυταρχικά καθεστώτα». Ο πρώτος όρος είναι ένας ευφημισμός για τις δικτατορίες τού κεφαλαίου (πρωτίστως χρηματοοικονομικού σήμερα) στις οποίες μεταμορφώνονται τα ισχυρά κράτη τής Ευρώπης και της Βορείου Αμερικής και νέες περιφερειακές ολοκληρώσεις όπως η ΕΕ και η NAFTA. Ο όρος «αυταρχικά καθεστώτα» επιφυλάσσεται αδιακρίτως για όλους τούς γεωπολιτικούς ανταγωνιστές τού Ευρωατλαντικού μπλοκ – τους οποίους ωστόσο οι πρώτοι λοξοκοιτούν σε ό,τι αφορά αποτελεσματικές μεθόδους χειραγώγησης τις οποίες μπορούν ν’ αντιγράψουν (κι εδώ το κατεξοχήν παράδειγμα είναι σήμερα η Κίνα). Σε ό,τι αφορά την κοινωνική ανάλυση, κύριος στόχος είναι να εξαλειφθεί η γλώσσα των ταξικών αντιθέσεων και προπαντός να εξαλειφθεί μία ταξικά σημαίνουσα διάκριση αριστεράς-δεξιάς. Και στρατηγικό εργαλείο γι’ αυτό είναι η  επιστράτευση του όρου «λαϊκισμός» για να σημάνει —απαξιωτικά— όλες τις μορφές λαϊκής αντίστασης ή διεκδίκησης ή εξέγερσης που έχουν, ή μπορεί ν’ αποκτήσουν δυνητικά, σαφή αντικαπιταλιστικό χαρακτήρα. Το επίτευγμα είναι διττό: αφενός αποσιωπούνται οι επώδυνες λέξεις «σοσιαλισμός», «κομμουνισμός», «αναρχισμός» ή «αυτοδιαχείριση»· αφετέρου απαξιώνεται εκ προοιμίου κάθε μορφή ριζοσπαστικής αριστεράς δια της εκ του πονηρού συμπερίληψής της με όντως ακροδεξιές τάσεις και μορφώματα υπό μία κοινή κατηγορία (παγίδα στην οποία έπεσε πρώτ’ από όλους η ίδια παγκόσμια θεσμική αριστερά, η οποία διαφέρει όλο και λιγότερο από τους υποθετικούς αντιπάλους της). Με τον ίδιον τρόπο, βέβαια, αλλοιώνεται και η ακριβής ιστορική σημασία τού όρου «λαϊκισμός», που χαρακτήριζε και χαρακτηρίζει μια ιδιαίτερη μορφή παραδοσιακής δεξιάς, η οποία βρίσκεται σε άμυνα σήμερα λόγω του παρωχημένου εθνικισμού της. 

            Εν πάση περιπτώσει, με τέτοιες εννοιακές βιαιοπραγίες προχωρεί το κείμενο της αφίσας, ξεσπώντας λίγο πιο κάτω σ’ έναν καταιγισμό «ερωτημάτων» σε ό,τι αφορά την ταυτότητα όσων αντιστέκονται στην ολοκληρωτική καθεστωτική βιοπολιτική:

Είναι οι Λουδίτες της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης; Είναι τα μεσαιωνικά εξεγερμένα μπουλούκια; […] Μήπως είναι έκφραση του ριζικού ανορθολογισμού που απασχόλησε τον Φρόυντ και τον Αϊνστάιν στο Γιατί Πόλεμος; Είναι έκφραση των ορμών καταστροφής του είδους μας; […] Η, τέλος, είναι απλώς δείκτης της κατώτερης βιοτικής και μορφωτικής στάθμης ενός μέρους των κοινωνιών μας;

«Μην είναι τ’ άσπαρτα ψηλά βουνά, μην είν’ ο ήλιος της που χρυσολάμπει;» όπως θά ’λεγε κι ο ποιητής… Το πιο αξιοπρόσεκτο εδώ είναι πάντως η αναφορά στον Φρόυντ, ως νομιμοποιητική τής ψυχαναλυτικής ιδιότητας του γράφοντος, προφανώς, που αναδιπλασιάζεται από την επίκληση των «ορμών καταστροφής». Δεν είναι βέβαια της παρούσης να συζητήσουμε το διηνεκώς ανοιχτό ερώτημα εάν πρέπει να νοήσουμε την ενόρμηση θανάτου, πηγή όλων των ορμών καταστροφής, ως «βιολογικό» δεδομένο ή συγκεκριμένη ιστορική διαμόρφωση του ανθρώπινου ενορμητικού εξοπλισμού· το ζήτημα είναι να καταλάβουμε καλά τί ακριβώς προσπαθούσε να φωτίσει ο Φρόυντ με αυτή τη ριψοκίνδυνη υπόθεση, και κυρίως πού και με ποιον τρόπο εκδηλώνεται. Στη γνωστή αλληλογραφία τού Φρόυντ με τον Αϊνστάιν, οι δύο στοχαστές πασχίζουν να καταλάβουν την αυτοκαταστροφική ροπή των ανθρώπων που αποχαλινώνεται μέσα στον πόλεμο —αυτοκαταστροφική με την έννοια ότι δρουν ενάντια στα ίδια τους τα ζωτικά συμφέροντα, συχνά υπακούοντας σε ένα τυραννικό και αυτονομημένο «υπερεγώ»— την οποία ο Φρόυντ έβλεπε συγγενή με τις αντιστάσεις στη θεραπεία και με την έμμονη φαντασιακή επαναφορά τής στιγμής του τραυματισμού στις τραυματικές νευρώσεις. Το ίδιο ακριβώς φαινόμενο επαναλήφθηκε μία στιγμή μετά στην Ευρώπη, όταν οι στερημένες μάζες αντί να προχωρήσουν στην παγκόσμια επανάσταση που θ’ ανέτρεπε τις αληθινές πηγές τής δυστυχίας τους, ακολούθησαν τους φασίστες δημαγωγούς που υπόσχονταν μόνο περισσότερη στέρηση, δάκρυα και αίμα – και, πειθόμενες στην υπόδειξη των κυρίων τους, πρόβαλαν την αιτία τής δυσφορίας στους «διαφορετικούς» οι οποίοι μπορούσαν να λειτουργήσουν ως αποδιοπομπαίοι τράγοι στη θέση των δυναστών τους.[4]  Για τον Φρόυντ, σε κάθε περίπτωση, η (αυτο)καταστροφική παρόρμηση συνυφαίνεται με την αυτονόμηση του «υπερεγώ», που μαίνεται ανεξέλεγκτα εναντίον των ορμικών συμφερόντων του ψυχισμού αλλά και των προσαρμοστικών συμφερόντων του «εγώ» – δηλαδή, πρακτικά, στην ταύτιση με την εξουσία. Για τον Φρόυντ της Δεύτερης Τοπικής, το βαθύτερο αίνιγμα δεν είναι η «δυσφορία μέσα στον πολιτισμό» αλλά η ίδια η φύση τού συγκεκριμένου πολιτισμού· και, όποιος αναζητάει στον Φρόυντ επιχειρήματα για να υπερασπίσει τη θεσμική τάξη απέναντι στις βαθύτερες ψυχικές ανάγκες των ανθρώπων, ουσιαστικά δεν διαφέρει από λαϊκό ιεροκήρυκα που μέμφεται την αμαρτωλή ανθρώπινη φύση – ή μεταμφιέζει την ορμική παραίτηση και τον ψυχικό ευνουχισμό σε «ευφορία μέσα στον πολιτισμό». Αν έτσι διαβάζετε τον Φρόυντ, κε Λαμνίδη, αφήστε το καλύτερα· περιοριστείτε στον Κοέλιου, ή έστω κάτι από τα «ποπ» τού Γιάλομ, και μην τσαλαβουτάτε στα βαθιά!

            Η ψυχανάλυση, διαβασμένη σωστά και χρησιμοποιημένη με τον αρμόζοντα τρόπο, είναι ασφαλώς ένα χρήσιμο εργαλείο για ν’ αναλύσουμε, και ίσως να καταλάβουμε σε κάποιον βαθμό, τις τρομακτικές εκδηλώσεις της συλλογικής ψυχοπαθολογίας των ημερών μας. Το ερώτημα είναι, για ποια ψυχοπαθολογία μιλάμε; Γιατί εδώ το ζήτημα έχει τεθεί αντίστροφα. Το κύριο ψυχοπαθολογικό φαινόμενο που ξεδιπλώνεται τούτη τη στιγμή μπροστά στα μάτια μας, παίρνοντας κατά περιόδους και τόπους διαστάσεις συλλογικής ψύχωσης, είναι ο διάχυτος, επίμονος, βαθύς και αδικαιολόγητος φόβος. Όχι φόβος απέναντι στην πολιτική απειλή που αντιπροσωπεύουν οι ολοκληρωτικές μορφές τού τεχνικοποιημένου καπιταλισμού καθώς περισφίγγουν σταδιακά τον πλανήτη, φόβος που έχει τις βάσεις του στην πραγματικότητα και μπορεί συνεπώς να θεωρηθεί ορθολογικός, αλλά φόβος σκιώδης και αδιαπέραστος απέναντι σε μιαν αόριστη και αόρατη «υγεινομική» απειλή, μια αίσθηση ότι ο θάνατος καραδοκεί μόλις ξεμυτίσει κανείς από το σπίτι του, σε κάθε ανθρώπινη επαφή, σε κάθε τυχαίο άγγιγμα, ακόμη και στον ίδιον τον αέρα – συγκρίσιμος πράγματι με τον φόβο απέναντι στα «αερικά» και τις «νεράιδες» που στοίχειωνε τις παραδοσιακές αγροτικές κοινωνίες. 

            Τη φαινομενολογία αυτού του φόβου σκιαγράφησε μ’ εξαιρετική ενάργεια κάποιος ο οποίος δεν είναι ψυχαναλυτής (είναι δικηγόρος, ο Δημήτρης Μπελαντής) σε μία δικτυακή του ανάρτηση, από την οποίαν αντιγράφω: « Συμπληρώνοντας την ανάρτησή μου  (σήμερα το πρωί) για τους τρεις φόβους της “υγειονομικής έκτακτης ανάγκης” (φόβος απέναντι στην αρρώστια  και τον θάνατο, φόβος απέναντι στην κρατική τιμωρία για την μη συμμόρφωση στις επιταγές άνωθεν, φόβος να είσαι ελεύθερος, δηλαδή φόβος να μην φανεί ότι παρεκκλίνεις από τον Κανόνα, ότι φέρεις το “στίγμα”), νοιώθω ότι το ισχυρότερο μέσο πειθάρχησης της κοινωνίας είναι ο τρίτος φόβος, ο Φόβος απέναντι στην Ελευθερία.  Όντας με τον αυταρχικό  Κανόνα, νοιώθεις ότι αμβλύνονται ο πρώτος και ο δεύτερος φόβος (αυτό στην ψυχολογία λέγεται μετάθεση: δεν θα αρρωστήσω, δεν θα μου κόψουν την πρόσβαση). Όμως, η άμβλυνση των δύο φόβων  οδηγεί αναγκαστικά  στην γιγάντωση του τρίτου, του φόβου να μη φανεί ότι παρεκκλίνεις από τον Κανόνα, οπότε θα τα χάσεις όλα. Η ασφάλεια που σου δίνει η τήρηση των κρατικών επιταγών σε κάνει να ξυπνάς και να  κοιμάσαι με την σκέψη να […] ανήκεις στους “κανονικούς”, να χλευάζεις —ή αύριο και να καταδίδεις— τους “μη κανονικούς”. Νομίζεις ότι η υποταγή στον προελαύνοντα ολοκληρωτισμό θα σε απαλλάξει από τους βιοτικούς σου φόβους, θα σου παράσχει μιαν ασφαλή ζωή,  έστω και γυμνή από δικαιώματα. Όπως συμβαίνει σε όλα τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, αυτό είναι μια ψευδαίσθηση. Η πλήρης συμμόρφωση οδηγεί σε παρανοειδείς καταστάσεις [ οι οποίες] συνεπάγονται να ζεις διαρκώς κάτω από την σιδερένια φτέρνα του φόβου, που πια μετατρέπεται σε τρόμο».[5]

Ο φόβος αυτός υποβάλλεται στρατηγικά και καλλιεργείται μεθοδευμένα, βέβαια, από εκείνους οι οποίοι το μόνο που φοβούνται είναι η αυτοδιάθεση των ατόμων και των λαών. Το φλέγον ερώτημα όμως είναι γιατί οι άνθρωποι ήταν τόσο έτοιμοι να δεχθούν τη χειραγώγηση και να εκλάβουν ως πραγματικότητα αυτό που παρουσίαζαν τα επίσημα Μέσα Ενημέρωσης – παρ’ όλο που από τη αρχή τής επιδημίας ήταν φανερό ότι οι στατιστικές υπερεκτιμούσαν την επικινδυνότητα του ιού και τα Μέσα σκηνοθετούσαν εικόνες καταστροφής σε βαθμό που γεννούσε άμεσα υποψίες· παρ’ όλο που, ενώ τα μοντέλα που προέβλεπαν μεγάλους αριθμούς θυμάτων διαψεύστηκαν πολύ γρήγορα, οι προβλέψεις συνεχίστηκαν με τα ίδια μοντέλα χωρίς τροποποιήσεις· παρ’ όλο που, ακόμη και με αυτές τις προβλέψεις, ο ΟΗΕ εκτίμησε ότι ένα lockdown θα είχε περισσότερα θύματα λόγω φτώχειας, ανεργίας, κατάθλιψης κτλ., δηλ. το «φάρμακο» θα ήταν χειρότερο από την ασθένεια… Ποιες ψυχικές διαδικασίες εκμηδένισαν τόσο γρήγορα και μαζικά τις αυτονόητες κριτικές αντιστάσεις των ανθρώπων; Αυτά ακριβώς τα ερωτήματα προσπάθησε ν’ απαντήσει προσφάτως, τιμώντας την επιστημονική του αποστολή, ο καθηγητής Κλινικής Ψυχολογίας από το Πανεπιστήμιο της Γάνδης Mattias Desmet, συνοψίζοντας τις κλινικές του παρατηρήσεις των τελευταίων 18 μηνών σε μια διαδικτυακή εμφάνιση στο PANDEMIC PODCAST με τίτλο «Γιατί τόσο πολλοί δέχονται το συστημικό «αφήγημα» της πανδημίας».[6] Τα συμπεράσματά του θυμίζουν σε μεγάλο βαθμό τις έξοχες κοινωνιοψυχολογικές έρευνες που εκπόνησε το μεταμαρξιστικό Ινστιτούτο Κοινωνικών Ερευνών της Φραγκφούρτης πριν από τον Πόλεμο, και στον ίδιον βαθμό τεκμηριώνουν —το κατά τη γνώμη μου πιο αποκαλυπτικό— ψυχολογικές διεργασίες που ήταν ενεργές και κατά την άνοδο του ναζισμού.

Ο δρ. Desmet, για να συνοψίσω τη βαρυσήμαντη ομιλία του, υποστήριξε ότι αυτό που παρατηρούμε είναι κάτι σαν μαζική ύπνωση του πληθυσμού, αποτέλεσμα εξαιρετικά δραστικών μορφών χειραγώγησης. Η επιτυχία μιας τέτοιας χειραγώγησης εξαρτάται, κατά τη γνώμη του, από τέσσερις προϋποθέσεις: 

  1. Πρέπει ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας να μην έχει ουσιαστικούς κοινωνικούς δεσμούς.
  2. Πρέπει ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας να αισθάνεται «απουσία νοήματος».
  3. Πολλοί άνθρωποι (πρέπει να) βιώνουν ένα απροσδιόριστο άγχος, δηλαδή, φόβο ο οποίος δεν συνδέεται με κάτι συγκεκριμένο και πραγματικό αλλά είναι διάχυτος και δημιουργεί ένα αίσθημα παραλυτικής ανασφάλειας.
  4. Πολλοί άνθρωποι (πρέπει να) αισθάνονται μια επιθετικότητα χωρίς συγκεκριμένο παραλήπτη, χωρίς δηλαδή να ξέρουν πού να την κατευθύνουν συγκεκριμένα.

Υπό αυτές τις συνθήκες, όταν προβάλλεται στοχευμένα ένα αφήγημα που υποδεικνύει ένα συγκεκριμένο αντικείμενο το οποίο πρέπει να φοβόμαστε, και προβάλλει ταυτόχρονα μια στρατηγική (οποιαδήποτε) για να το αντιμετωπίσουμε, πολλοί θα το αποδεχθούν πρόθυμα λόγω της ανακούφισης που προσφέρει η συγκεκριμενοποίηση απέναντι στο διάχυτο άγχος· εμφανίζεται ένας νέος κώδικας επικοινωνίας, ένα νέο νόημα (στη ζωή), αλλά και μια αλληλεγγύη. Το πλήθος μετατίθεται από μια κατάσταση απομόνωσης, αδιαφορίας, κτλ. σε μια κατάσταση πολύ  υψηλής ομοψυχίας. Η διαδικασία μοιάζει με τα γνωστά μας τελετουργικά, όπου ένα πλήθος συμμετέχει για να επιβεβαιώσει τον φαντασιακό του δεσμό: τα τελετουργικά, όσο πιο παράλογα φαίνονται από πρακτική άποψη, τόσο πιο αποτελεσματικά λειτουργούν για τον σκοπό τους.

Η σημερινή κοινωνική συνθήκη είναι ακριβώς η κατάλληλη: οι άνθρωποι ζουν υπό συνεχόμενο, καταλυτικό στρες, δίχως ελεύθερο χρόνο, δυσαρεστημένοι κυρίως με τη δουλειά τους, φοβούμενοι διαρκώς για την βιολογική τους ασφάλεια, είναι απομονωμένοι καταναλωτές χωρίς ουσιαστικούς δεσμούς, κτλ. Η κυρίαρχη ιδεολογία και τα Μέσα διαιρούν συστηματικά τους ανθρώπους με διάφορες τρόπους (φύλα, σεξουαλικές προτιμήσεις, ατομικές ταυτότητες, «δικαιώματα», κ.ο.κ.) ενώ ταυτόχρονα κρύβουν τη δομή των κοινωνικών σχέσεων που θα τους επέτρεπε να δουν ποιος πραγματικά είναι ο εχθρός τους. Αποτέλεσμα είναι οι άνθρωποι να επικεντρώνονται, συναισθηματικά και πνευματικά, σε ένα εξαιρετικά στενό πεδίο τής πραγματικότητας – π.χ. ανταποκρίνονται μόνο σε ειδήσεις σχετικά με την «πανδημία» σαν να μην υπήρχαν άλλα προβλήματα στον κόσμο… Αυτή η στενή οπτική δεν επιτρέπει στην αντίθετη επιχειρηματολογία να ανατρέψει το κυρίαρχο αφήγημα, αφού ο εστιασμός είναι αποκλειστικά στο «πόσοι πέθαναν σήμερα» και πόσο φρικιαστικό είναι αυτό, χωρίς την παραμικρή διερώτηση του συμφραζομένου. Μοιάζει ασφαλώς με κατάσταση ύπνωσης· και σε αυτή την κατάσταση μπορείς να πάρεις από τους ανθρώπους σχεδόν τα πάντα —την ελευθερία τους, μέρος από τα εισοδήματά τους, κ.ο.κ.— χωρίς το εκλάβουν σαν κάτι σημαντικό. Μπορείς να τους κάνεις κυριολεκτικά ό,τι θέλεις: χάνουν την αίσθηση αξιοπρέπειας και αυτοεπιβεβαίωσής τους και είναι διατεθειμένοι να κάνουν θυσίες για το «κοινό καλό». Μοιάζει σαν εξτρεμιστικός κολεκτιβισμός – που είναι ο προθάλαμος του ολοκληρωτισμού.

Περιέργως, πολλοί άνθρωποι θέλουν να παραμείνουν όσο γίνεται σε αυτή την «έκτακτη κατάσταση», δεν θέλουν να γυρίσουν πίσω στην παλιά κανονικότητα, αφού αυτό σημαίνει επιστροφή σε βαρετές δουλειές και απροσδιόριστο άγχος. Υπό αυτές τις συνθήκες οι άνθρωποι γίνονται ιδιαίτερα επιθετικοί απέναντι σε όσους προσπαθούν να τους αφυπνίσουν και να τους βγάλουν από την κατάσταση ύπνωσης. Είναι «απρόσβλητοι» ουσιαστικά από διαφορετικές γνώμες, και σε κάποιες περιπτώσεις είναι διατεθειμένοι να κάνουν φρικιαστικά πράγματα σαν να εκτελούσαν ένα «ιερό καθήκον» προκειμένου να προστατεύσουν, όπως θεωρούν, την «κοινότητα». Έτσι, όσοι προσπαθούν να εκφράσουν διαφορετικές, πραγματικά ορθολογικές κρίσεις, βρίσκονται σε δύσκολη θέση επειδή έτσι έλκουν πάνω τους την επιθετικότητα και το πρώην-απροσδιόριστο άγχος της μάζας. Ταυτόχρονα, οι μάζες πρέπει να έχουν έναν εχθρό (τον «ανεμβολίαστο», εν προκειμένω), γιατί μόνο έχοντας έναν εχθρό συγκροτούνται· αν οι μάζες δεν είχαν εχθρούς και ανορθολογικούς φόβους θα σκότωναν (όπως και  οφείλουν, ορθολογικά μιλώντας) τους ηγέτες τους, και οι ηγέτες (που δεν είναι τόσο ανορθολογικοί όσο δείχνουν) το ξέρουν αυτό.

            Εν συνεχεία ο δρ. Desmet επιχειρεί να υπολογίσει στατιστικά και να σκιαγραφήσει ψυχολογικά τρεις κατηγορίες ανθρώπων: τους πλήρως «υπνωτισμένους» (κάπου 30%)· όσους συμπλέουν για διάφορους λόγους με τους υπνωτισμένους (κάπου 40%)· και όσους αντιδρούν πασχίζοντας να προβάλουν αντιστάσεις (κάπου 30%). Οι σημαντικότερες επισημάνσεις εδώ είναι ότι ο κύριος όγκος όσων συμπλέουν με το κυρίαρχο αφήγημα σήμερα είναι αυτοί που αποδέχονται μια βιολογική-μηχανιστική εικόνα του ανθρώπου, είναι λάτρεις της τεχνολογίας και οπαδοί της ιδεολογίας τού trans-humanism (της αντίληψης ότι το ανθρώπινο είδος μπορεί και πρέπει να εξελιχθεί πέραν των σημερινών φυσικών και πνευματικών του ορίων μέσω της επιστήμης και της τεχνολογίας).[7] Στην τρίτη ομάδα εντάσσονται όσοι αποστρέφονται αυτή την αντίληψη. Μια μεγάλη μερίδα «ευφυών και μορφωμένων» ανθρώπων εντάσσεται, όπως είναι αναμενόμενο, στην πρώτη κατηγορία· πολλοί θρησκευόμενοι, για τον ίδιον λόγο, στην τρίτη. Όσοι ωστόσο υπόκεινται στη μαζική χειραγώγηση (δηλαδή,  η πρώτη ομάδα και η δεύτερη), αδιακρίτως πνευματικών προσόντων, συμπεριφέρονται όλοι σαν ηλίθιοι γιατί χάνουν κάθε δυνατότητα κριτικής σκέψης.

            Αυτή ακριβώς η τελευταία παρατήρηση μας επαναφέρει στην αφίσα που διαβάζαμε. Η καταληκτήρια φράση του αποσπάσματος που μόλις παρέθεσα αναρωτιόταν, ρητορικά, εάν η αντίσταση στα επιβαλλόμενα μέτρα είναι «απλώς δείκτης της κατώτερης βιοτικής και μορφωτικής στάθμης ενός μέρους των κοινωνιών μας». Ακραίο δείγμα των ιλιγγιωδών αντιστροφών που επιχειρεί κατ’ εξακολούθησιν ο συντάκτης του κειμένου, μαρτυρεί ακριβώς την «ηλιθιότητα» όσων καλλιεργούν ναρκισσιστικά την αυτοεικόνα τού «μορφωμένου» (την οποία ταυτόχρονα επισείουν ως όργανο θριάμβου κατά των αντιπάλων τους). Γελοιοποιείται εν πρώτοις και μόνο στο επίπεδο του πραγματολογικού ελέγχου: περιλαμβάνονται μήπως στα δείγματα «κατώτερης βιοτικής και μορφωτικής στάθμης» (και προσέξτε τί ωραία σχετίζεται η βιοτική ανέχεια με τη χαμηλή πνευματική στάθμη!) ο εφευρέτης της mRNA τεχνολογίας Robert Malone, ο γάλλος ιολόγος και κάτοχος του Βραβείου Νόμπελ Φυσιολογίας & Ιατρικής το 2008 για την ανακάλυψη του ιού-HIV Luc Montagnier, ο καθηγητής ιατρικής του Στάνφορντ Jay Bhattacharya, ο επίσης από το Στάνφορντ έλληνας επιδημιολόγος Γιάννης Ιωαννίδης, ο διακεκριμένος καρδιολόγος Peter McCullough, ο παθολόγος από το Αϊντάχο Ryan Cole, ο γερουσιαστής τού Ουισκόνσιν Ron Johnson, ο Robert Kennedy jr., ο ιταλός φιλόσοφος Giorgio Agamben, ο ιατροδικαστής Pascuale Mario Bacco, ο καθηγητής ιατρικής νανοπαθολογίας Stefano Montanari, ο δικαστής και πολιτικός Angelo Giorgianni,  ο γερμανοταϊλανδός καθηγητής μικροβιολογίας, ιολογίας κι επιδημιολογίας Sucharit Bhakdi (μία από τις μεγαλύτερες εν ζωή φυσιογνωμίες στο πεδίο), οι γερμανοί δικηγόροι Reiner Füllmich και Viviane Fischer (που μόλις ξεκίνησαν προδικαστική διαδικασία στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης κατά των παγκόσμιων υπευθύνων για την υγειονομική τρομοκρατία)… και σταματώ για να μη κουράσω. Είναι γνωστό στους κοινωνικούς ερευνητές πως η πίστη στην επιστήμη και την τεχνολογία χαρακτηρίζει ακριβώς τους ημιμαθείς και τους «κατώτερης μορφωτικής στάθμης» ξένους στην επιστήμη, οι οποίοι αγνοούν μακάρια τα πραγματικά διακυβεύματα, τους κινδύνους και τα αδιέξοδά της.  

Κατόπιν όλων αυτών, μονάχα σαν φάρσα ακούγεται η κατακλείδα της προαναφερθείσας αναγγελίας:

Ένα αντίβαρο του πολιτισμού μας είναι ο διάλογος, και μάλιστα, κατά προτίμηση, ο διεπιστημονικός. 

Έχουν και «προτιμήσεις», βλέπω, οι φίλοι μας! Κάνουν ότι δεν ξέρουν, δηλαδή, ποιος έχει αποκλείσει με ιεροεξεταστική λύσσα τον διάλογο και ποιος τον απαγορεύει δια ροπάλου! Αν εν πάση περιπτώσει «διάλογο» εννοούν αυτό που οι ίδιοι διοργανώνουν, με αυτή τη ρητορική και με τέτοιους συμμετέχοντες, ευχαριστούμε πολύ, δεν θα πάρουμε… Προτιμούμε να συνεχίσουμε τον ανυποχώρητο μονόλογό μας – και την ανυποχώρητη πράξη, βέβαια, πους τους υπόσχεται ποτέ να μην ξανακοιμηθούν ήσυχα, με όλους εμάς στις αλυσίδες.

ΦΩΤΗΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ

 

[1] Το βίντεο της συζήτησης είναι αναρτημένο στο https://www.youtube.com/watch?v=tCjpenPTgOI. Παρεμπιπτόντως, το πρώτο διαδικτυακό σχόλιο που βλέπουμε από κάτω λέει: «Είναι αδύνατον κανείς να χρησιμοποιεί την λέξη αντιεμβολιαστες και να είναι σοβαρός. Τόσο απλά». Και σωστά· για να μη νομίζουν πως απευθύνονται μόνο σε ηλίθιους, δηλαδή…

[2] Αναφέρεται στην απογοήτευση του Πλάτωνα όταν έγραφε την Πολιτεία, επειδή ο «δημοκρατικός όχλος» είχε την αγένεια να μην πείθεται από το αυταρχικό του αριστοκρατικό όραμα και μη στέργει να υποταχθεί στο θεσμικό κλουβί που τού πρότεινε, ούτε να δεχθεί τις παραμορφωτικές συνέπειες του καταμερισμού της εργασίας ως εκ γενετής φύση του! 

[3] Για παράδειγμα, βλ. R. Garner, P. Ferdinand & St. Lawson, Introduction to Politics (Oxford University Press: Οξφόρδη 2009)· και Daniele Caramani [επιμ.], Comparative Politics (Oxford University Press: Οξφόρδη 2020), ιδίως τις ενότητες που είναι αφιερωμένες στον όρο, αλλά και τα σημεία που αναφέρονται στις «απειλές για τη φιλελεύθερη δημοκρατία».  

[4] Η ανάδειξη αυτού του μηχανισμού άλλωστε, επεκτείνοντας και ριζοσπαστικοποιώντας τις πρώιμες ενοράσεις του Φρόυντ, απασχόλησε διεξοδικά μια «Φροϋδική Αριστερά», με πρωτεργάτες της Σχολή της Φραγκφούρτης, από την πλευρά του φιλοσοφικού (μετα)μαρξισμού, και τον Βίλχελμ Ράιχ, από την πλευρά τού ψυχαναλυτικού κινήματος.   

[5] https://www.facebook.com/dimitris.belantis/posts/2803203569976747

[6] https://www.youtube.com/watch?v=uLDpZ8daIVM&t=18s

[7] Είναι η πιο πρόσφατη εκδοχή της (ασυνείδητης) στάσης που ο αείμνηστος εθνοψυχαναλυτής και εθνοψυχίατρος Georges Devereux ονόμαζε βιοάρνηση. Εκδηλούμενη προπαντός στην επιδίωξη μιας τεχνολογικής υπέρβασης (που έχει αντικαταστήσει την παλαιότερη ιδέα της καθυπόταξης) της φύσης, καρδιά τού τεχνοεπιστημονικού σκέπτεσθαι σήμερα και κατεξοχήν των μαθητευόμενων μάγων τής γενετικής μηχανικής, είναι η πλέον αδιάψευστη εκδήλωση αυτού ακριβώς που λέμε ενόρμηση θανάτου.