Κλεάνθης Γρίβας

ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΟΥΣΙΩΝ: ΡΥΘΜΙΣΗ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΓΕΝΗΣ

 

Περιεχόμενα

1. ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ
Οικονομία
Δημόσια Τάξη
Θεσμοί

2. ΠΡΟΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ
Αύξηση της εγκληματικότητας
Δημιουργία νέων τύπων εγκληματικότητας
Εγκληματικότητα των χρηστών
Ανθρωποκτονίες
Διάδοση των πυροβόλων όπλων
Συλλήψεις

3. ΔΙΑΦΘΟΡΑ

4. OIKONOMIA

5. ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΠΟΙΗΣΗ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗΣ
Πολιτικές αντιμετώπισης
Απαγόρευση και παράνομη οικονομία
Καταστολή και εγκληματικότητα
Αποτελέσματα της καταστολής
Καταστολή και Αστυνομία
Φιλελευθεροποίηση

6. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ 

1. ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

Κάθε πολιτική μπορεί να είναι αποτελεσματική (όταν παράγει επιτυγχάνει τις διακηρυγμένες επιδιώξεις της) ή αναποτελεσματική (όταν δεν παράγει τους διακηρυγμένους στόχους της) ή καταστρεπτική (όταν προκαλεί αποτελέσματα διαμετρικά αντίθετα με τους διαφημιζόμενους στόχους της).
Όμως, παρόλο που επιβεβαιώνεται καθημερινά ότι η πολιτική της επιλεκτικής απαγόρευσης και της καταστολής ανήκει στην τρίτη κατηγορία. οι διαχειριστές της εξουσίας εξακολουθούν να εμμένουν σ’ αυτή.
Μοναδικά κριτήρια της επιτυχίας ή της αποτυχίας κάθε πολιτικής απέναντι στις απαγορευμένες ουσίες (που, ανοήτως, αποκαλούνται «ναρκωτικά») είναι οι δείκτες που αφορούν τις συνέπειες της απαγόρευσης τους στην οικονομία, τη δημόσια τάξη, τη δημόσια υγεία και τους θεσμούς.

Οικονομία

1) Ο δείκτης της λειτουργίας της μαύρης αγοράς, εκφράζει το αρνητικό κόστος της εξάρτησης και προσδιορίζεται:

α) Από τον αριθμό των εξαρτημένων από απαγορευμένες ουσίες.
β) Από την τιμή διάθεσης αυτών των ουσιών.

Αυτοί οι παράγοντες, εν συνεχεία καθορίζουν:

α) Την έκταση της μαύρης αγοράς.

β) Τον ετήσιο τζίρο που πραγματοποιείται στα πλαίσιά της.

γ) Τα κέρδη του οργανωμένου εγκλήματος που την ελέγχει.

2) Ο δείκτης του κοινωνικού κόστους των παράνομων ουσιών, εκφράζει το θετικό κόστος της εξάρτησης που προσδιορίζεται:

α) Από τις συνολικές δαπάνες για τη λειτουργία, τη συντήρηση και την επέκταση του διωκτικού, δικαστικού, σωφρονιστικού και περιθαλψιακού μηχανισμού, σ' ό,τι αφορά το μέρος της λειτουργίας τους που συνδέεται με την καταστολή των παράνομων ουσιών.

β) Από το συνολικό κόστος της παραγωγής του ικανού για εργασία πληθυσμού, ο οποίος καθίσταται ανενεργός λόγω της εμπλοκής του στην εξάρτηση από παράνομες ουσίες.

Δημόσια Υγεία

1) Ο δείκτης των θανάτων των εξαρτημένων από λόγους που συνδέονται αμέσως ή εμμέσως με τη χρήση των παρανόμων ουσιών (νοθευμένη ουσία, θανατηφόρα έκβαση διαφόρων ασθενειών λόγω της αποδυνάμωσης της άμυνας του οργανισμού τους, κ.α.)

2) Ο δείκτης των ασθενειών που πλήττουν τους εξαρτημένους και εκείνους που έχουν σεξουαλικές σχέσεις με εξαρτημένους χρήστες οι οποίοι είναι σεξουαλικά μεταδιδόμενων ασθενειών.

Δημόσια Τάξη

1) Ο δείκτης της άμεσης εγκληματικότητας, που συνδέεται με αδικήματα που αφορούν αυτή καθαυτή την παραγωγή, διακίνηση, πώληση, αγορά, κατοχή και χρήση των παράνομων ουσιών.

2) Ο δείκτης της έμμεσης εγκληματικότητας, που συνδέεται με αδικήματα που αφορούν την προσπάθεια των χρηστών να διασφαλίσουν την παράνομη ουσία από την οποία είναι εξαρτημένοι (μικροδιακίνηση, κλοπές, διαρρήξεις, πορνεία, κ.α.)

3) Ο δείκτης των ποινικών διώξεων που ασκούνται για αδικήματα σχετικά με τις απαγορευμένες ουσίες.

4) Ο δείκτης των καταδικαστικών αποφάσεων που εκδίδονται για αδικήματα σχετικά με τις απαγορευμένες ουσίες.

5) Ο δείκτης των κρατουμένων στις φυλακές, ως κατάδικοι και υπόδικοι για παραβάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών, σε σχέση με το συνολικό ποινικό πληθυσμό.

6) Ο δείκτης του οικονομικού εγκλήματος, που συνδέεται με τις διαδικασίες «ξεπλύματος» των κερδών που πραγματοποιούνται στη μαύρη αγορά.

Θεσμοί

1) Ανατροπή των κανόνων της νόμιμης οικονομίας και του οικονομικού συστήματος με την επανεπένδυση του «ξεπλυμένου» χρήματος σε νόμιμες οικονομικές δραστηριότητες (επενδύσεις ή εξαγορά οικονομικών μορφωμάτων, όπως τράπεζες, εταιρείες, επιχειρήσεις, κ.α.), πράγμα που διασφαλίζει την απεριόριστη αύξηση της οικονομικής ισχύος του οργανωμένου εγκλήματος, που εν συνεχεία μετασχηματίζεται αναγκαία σε πολιτική.

2) Διάβρωση των πολιτικών θεσμών με τη μαζική εξαγορά κρατικών υπαλλήλων, κυβερνητικών αξιωματούχων, στελεχών πολιτικών κομμάτων, κ.α. Σ’ αυτό το πεδίο, η απαγορευτική πολιτική έχει σοβαρότατες επιπτώσεις. Όπως τονίζεται στην Έκθεση της Εξεταστικής Επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (23/4/1992):

«Η ισχύς των εγκληματικών οργανώσεων που ελέγχουν το εμπόριο των ναρκωτικών εμφανίζει ανησυχητική αύξηση. Έχει όλο και σοβαρότερες επιπτώσεις στην κοινωνία και τους πολιτικούς θεσμούς των κρατών.
Υπονομεύει τα θεμέλια της νόμιμης οικονομίας και απειλεί τη σταθερότητα των κρατών-μελών της Κοινότητας.
Τα οικονομικά κέρδη που απορρέουν από το εμπόριο ναρκωτικών επιτρέπουν στις εγκληματικές οργανώσεις που το διαχειρίζονται να διαβρώνουν και να διαφθείρουν τις κρατικές δομές σε όλα τα επίπεδα».

2. ΠΡΟΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

Το διωκτικό παραλήρημα των διαχειριστών της εξουσίας είναι ένα μείγμα εξυπηρέτησης ανομολόγητων οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων, βαθύτατης άγνοιας, αφόρητου λαϊκισμού και ανατριχιαστικού σκοταδισμού. Στο εφιαλτικό οργουελιανό σύμπαν της δίωξης και της καταστολής μιας πράξης αυτοπροσβολής, «άπειρες λέξεις, όπως οι λέξεις τιμή, δικαιοσύνη, ήθος, διεθνισμός, δημοκρατία, επιστήμη, ανθρωπισμός, έπαψαν να υπάρχουν». (Τζορτζ Όργουελ, 1984).

Αύξηση της εγκληματικότητας

Η απαγόρευση ορισμένων ουσιών είναι μια καθαρά εγκληματογενής ρύθμιση που προκαλεί τη δημιουργία και τη διευρυμένη αναπαραγωγή ενός πλήθους νέων εγκλημάτων που αυξάνονται με τρόπο ευθέως ανάλογο προς τις απαγορευτικές ρυθμίσεις.

- Ενα αιώνα από την θέσπιση της πρώτης μεγάλης απαγόρευσης (των οπιούχων και της κοκαΐνης το 1914), ο αριθμός των ατόμων που κάνουν χρήση εξαρτησιογόνων απαγορευμένων ουσιών (οπιούχα, κοκαΐνη και υπνωτικά) αυξήθηκε από 215.000 το 1915 σε 14.500.000 το 1992. [1]

- Σήμερα, περισσότεροι από 50.000.000 Αμερικανοί κάνουν περιστασιακή ή συστηματική χρήση κάποιων απαγορευμένων ουσιών. Απ’ αυτούς, κάθε χρόνο συλλαμβάνονται πάνω από 1.000.000 (το 2% του συνόλου των χρηστών) και διώκονται ποινικά πάνω από 750.000 (το 1,8% του συνόλου).

Οι αυστηρότερες ποινικές κυρώσεις μεγαλώνουν τους κινδύνους της διακίνησης των απαγορευμένων ουσιών, πράγμα που συνεπάγεται την άνοδο των τιμών της διάθεσής τους στη μαύρη αγορά, και, συνεπώς, την αύξηση των κερδών που πραγματοποιούνται στα πλαίσιά της, με αποτέλεσμα να έλκεται σ' αυτές τις δραστηριότητες ένας όλο και μεγαλύτερος αριθμός ατόμων.

Η απαγόρευση είναι η αποκλειστική αιτία της ύπαρξης των διακινητών των παράνομων ουσιών, και προκαλεί μια αλυσιδωτή αντίδραση, μέσω της οποίας προάγεται συνεχώς η παραβατική τους δραστηριότητα και αυξάνεται διαρκώς ο αριθμός τους.

Δημιουργία νέων τύπων εγκληματικότητας

Η απαγόρευση ορισμένων ουσιών είναι μια καθαρά εγκληματογενής ρύθμιση, που προκαλεί τη δημιουργία και τη διευρυμένη αναπαραγωγή ενός πλήθους νέων εγκλημάτων, τα οποία αφορούν το σύνολο των δραστηριοτήτων που εξασφαλίζουν:

1. Τη χρήση των απαγορευμένων ουσιών (αγορά, κατοχή και χρήση).

2. Τη λειτουργία της μαύρης αγοράς (παραγωγή, διακίνηση, διάθεση των ουσιών και έλεγχος της αγοράς).

3. Το ξέπλυμα του ναρκωχρήματος (συγκέντρωση, επένδυση και διακίνηση μέσω παράνομων τραπεζικών διευθετήσεων).

4. Τη διαφθορά των κρατικών υπαλλήλων, των κυβερνητικών αξιωματούχων και των παραγόντων της πολιτικής και οικονομικής ζωής.

5. Τη διασύνδεση του εμπορίου των απαγορευμένων ουσιών με το εμπόριο των όπλων και την κρατική και «αντικρατική» τρομοκρατία.

6. Την αυξανόμενη οικονομική και πολιτική ισχύ του οργανωμένου εγκλήματος.

Από την ανάλυση των επίσημων στοιχείων των διαφόρων χωρών και ιδιαίτερα των ΗΠΑ (που διαθέτουν καλούς μηχανισμούς καταγραφής των παραμέτρων του προβλήματος), διαπιστώνεται ότι μέσα σε 30 χρόνια (1965-1995):

- Τα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας αυξήθηκαν κατά 300%
- Τα εγκλήματα βίας αυξήθηκαν κατά 200%.

Τουλάχιστον το 50% των εγκλημάτων βίας συνδέονται άμεσα με την πολιτική της απαγόρευσης και της καταστολής ορισμένων ψυχοτρόπων ουσιών.

Στις ΗΠΑ γίνονται κάθε χρόνο πάνω από 13.000.000 κλοπές και πάνω από 25.000 φόνοι. Ένα σημαντικό ποσοστό απ’ αυτές μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί εάν δεν υπήρχε η απαγόρευση, που εξασφαλίζει στο οργανωμένο έγκλημα την ιδιοποίηση όλων των κερδών από την παράνομη διακίνηση και εμπορία των απαγορευμένων ουσιών και εξαναγκάζει την κοινωνία να επωμίζεται όλο το κόστος για την (αδύνατη) αντιμετώπιση των διαρκώς αυξανόμενων παρενεργειών της λειτουργίας της μαύρης αγοράς τους.

Η ύπαρξη της «αντιναρκωτικής» νομοθεσίας που παραβιάζεται καθημερινά από εκατομμύρια ανθρώπους, καθιστά ασαφή τα όρια μεταξύ του αθώου και του εγκληματία και, ουσιαστικά, αχρηστεύει τη λειτουργία του δικαίου.

Η χρήση των απαγορευμένων ουσιών είναι ένα τυπικό έγκλημα χωρίς θύμα και η απαγορευτική αντιμετώπισή του παράγει μια νέα κατηγορία αθώων εγκληματιών, διαμέσου της ταύτισης του χρήστη με τον εγκληματία, γιατί, σύμφωνα με το δόγμα της (εξαρτημένης από τοξικές ουσίες) κυρίας Nάνσι Ρέιγκαν, «όποιος κάνει χρήση απαγορευμένων ουσιών είναι συνεργός σε έγκλημα».[2]

Εγκληματικότητα των χρηστών

Η απαγόρευση δεν μειώνει τη διαθεσιμότητα των παράνομων ουσιών, απλώς τις κάνει όλο και πιο ακριβές στη μαύρη αγορά. Η απαγόρευση αυξάνει τις τιμές των παράνομων ουσιών αλλά δεν μειώνει τη ζήτησή τους, γιατί η ζήτηση των ουσιών αυτών δεν είναι καθόλου ελαστική.

Σύμφωνα με ένα αδιάψευστο οικονομικό νόμο, «η αύξηση της τιμής ενός αγαθού με ελαστική ζήτηση μειώνει την κατανάλωσή του, ενώ η αύξηση της τιμής ενός αγαθού με ανελαστική ζήτηση δεν επηρεάζει την κατανάλωσή του».

Οι απαγορευμένες εξαρτησιογόνες ουσίες είναι αγαθά με ανελαστική ζήτηση και, ως εκ τούτου, η αύξηση της τιμής τους στην αγορά δεν μειώνει την κατανάλωσή τους, πολλαπλασιάζει τις ποινικά κολάσιμες δραστηριοτήτων που απαιτούνται για τη διασφάλιση των χρημάτων που είναι αναγκαία για την προμήθειά τους και συντελεί στην αύξηση του γενικού δείκτη της αθλιότητας της κοινωνίας.

Η σύγκριση των δεικτών της εγκληματικότητας στις περιόδους που χαρακτηρίζονται από ενδυνάμωση της καταστολής των απαγορευμένων ουσιών και στις περιόδους που εφαρμόστηκε μια σχετική ανοχή στη χρήση τους, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η επίταση της καταστολής προκαλεί μια σημαντική αύξηση της εγκληματικότητας ενώ η αποδυνάμωση της καταστολής συνεπάγεται μια εντυπωσιακή μείωσή της.

Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ η απαγόρευση ευθύνεται για «το 33% των κλοπών και των διαρρήξεων».[3]

Ανθρωποκτονίες

Στις ΗΠΑ διαπράττονται κάθε χρόνο 34.000.000 εγκληματικές πράξεις από τις οποίες εξιχνιάζονται μόνο 3.000.000 (ποσοστό μικρότερο του 10%).

Ανάμεσα σ' αυτά τα εγκλήματα συγκαταλέγονται 25.000 ανθρωποκτονίες, πράγμα που αντιστοιχεί σε 100 ανθρωποκτονίες ανά 1.000.000 κατοίκους (η εφαρμογή αυτής της αναλογίας σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, θα σήμαινε 1.000 ανθρωποκτονίες το χρόνο).

Η επισκόπηση των επίσημων στατιστικών στοιχείων οδηγεί στη διαπίστωση ότι στις ΗΠΑ, η αύξηση της εγκληματικότητας (και κυρίως των ανθρωποκτονιών) και του ποινικού πληθυσμού είναι ευθέως ανάλογη με τη σκλήρυνση της στάσης της κρατικής εξουσίας απέναντι στις απαγορευμένες ουσίες και τους χρήστες τους.

Όπως αποδεικνύεται από τα στατιστικά στοιχεία, κατά τη διαδρομή του 20ου αιώνα, οι ανθρωποκτονίες στις ΗΠΑ ακολούθησαν την εξής πορεία:

1. Αυξήθηκαν εκρηκτικά στα μέσα της δεκαετίας 1910-1920 (σε επαναβεβαίωση της επαναλαμβανόμενης διαπίστωσης ότι ο πόλεμος έχει σαν συνέπεια την αύξηση της εγκληματικότητας).
2. Μειώθηκαν γοργά στα δύο χρόνια που ακολούθησαν τον πόλεμο (1919-1920).
3. Αυξήθηκαν ραγδαία κατά την περίοδο της Ποτοαπαγόρευσης (1920-1933) και έφτασαν στο υψηλότερο σημείο τους στον τελευταίο χρόνο της ισχύος της.
4. Μειώθηκαν σταθερά από την άρση της Ποτοαπαγόρευσης (1933) έως τις αρχές της δεκαετία του 1950.
5. Άρχισαν να αυξάνονται στη δεκαετία του 1950, εξαιτίας της αυστηροποίησης της «αντιναρκωτικής» νομοθεσίας και της επίτασης των διώξεων των χρηστών των απαγορευμένων ουσιών.
6. Αυξήθηκαν με ταχύτατους ρυθμούς κατά την περίοδο 1970-1993, που σφραγίστηκε από τους τρεις «πολέμους κατά των ναρκωτικών» (Νίξον 1971, Ρέιγκαν 1982, Μπους 1989).

Μόνο κατά την περίοδο 1950-1990, ο μέσος όρος του δείκτη των ανθρωποκτονιών (που δηλώνει τον αριθμό των ανθρωποκτονιών ανά 100.000 κατοίκους) αυξήθηκε πάνω από 100%: Από 4,8 στη δεκαετία του 1950, σε 9,5 στη δεκαετία του 1970, και σε 10,2 στα πρώτα τέσσερα χρόνια της δεκαετίας του 1990, ως αποτέλεσμα των τριών «πολέμων κατά των ναρκωτικών» (1971, 1982 και 1989). [4]

ΗΠΑ: ΔΕΙΚΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΚΤΟΝΙΩΝ
(Φόνοι ανά 100.000 κατοίκους)
Δεκαετία       Φόνοι
1950-1959:    4,8
1960-1969:    5,7
1970-1979:    9,5
1980-1989:    9,4
1990-1995:  10,1
(Πηγή: Historical and Statistics of the U.S.: Statistical Abstract of the United States)

Όπως απέδειξε ο James Ostrowski, 8.250 από τις 25.000 ανθρωποκτονίες που διαπράττονται κάθε χρόνο στις ΗΠΑ (δηλαδή, το 33% του συνόλου των ανθρωποκτονιών) οφείλονται ευθέως στην πολιτική της επιλεκτικής απαγόρευσης ορισμένων ψυχοτρόπων ουσιών:

ΗΠΑ: ΑΝΘΡΩΠΟΚΤΟΝΙΕΣ ΠΟΥ ΟΦΕΙΛΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ (ΕΤΗΣΙΩΣ)
Ανθρωποκτονίες που συνδέονται:
1) Με ένοπλες συγκρούσεις στο δρόμο:       1.600
2) Με τη μαύρη αγορά (συναλλαγές):            750
3) Με το AIDS σε χρήστες ενέσιμων ουσιών: 3.500
4) Με τη λήψη νοθευμένων ουσιών:            2.400
Σύνολο: 8.250
(Πηγή: James Ostrowski, «Thinking about Drug Legalization», 1990). [5]

Διάδοση των πυροβόλων όπλων

Η απαγόρευση συμβάλλει στη διαρκή διάδοση της χρήσης των πυροβόλων όπλων. Η επιδημία της οπλοκατοχής που μαστίζει τις ΗΠΑ, εμφανίζεται με ιδιαίτερη ένταση ανάμεσα στους νέους: Τουλάχιστον 400.000 Αμερικανοί μαθητές κουβαλούν όπλα στα σχολεία τους και το 20% των μαθητών του λυκείου κατέχει ένα πυροβόλο όπλο.

Το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων που διαθέτουν οι νέοι για την αγορά όπλων, εξοικονομείται από τη μικροδιακίνηση απαγορευμένων ουσιών:

«Τα χρήματα για την αγορά όπλων εξοικονομούνται από τους νέους, κυρίως από τη μικροδιακίνηση κοκαΐνης. Τα όπλα, από τη στιγμή που μπαίνουν στην κυκλοφορία αποκτούν μια δική τους δυναμική, με αποτέλεσμα η κατοχή όπλου από τους εφήβους να έχει αναχθεί σε παράγοντα κύρους». [6]

Οι Αμερικανοί πολίτες κατέχουν 200.000.000 όπλα (αριθμός που υπερβαίνει τον ενήλικα πληθυσμό των ΗΠΑ), και αυξάνονται κατά 4-5 εκατομμύρια κάθε χρόνο. Ο αριθμός των ατόμων που κατέχουν όπλα σήμερα είναι αυξημένος κατά 400% σε σχέση τα 500.000 άτομα της δεκαετίας του 1950. [7]

Η σχέση μεταξύ του αυξανόμενου αριθμού των πολιτών που κατέχουν όπλα και των ανθρωποκτονιών που διαπράττονται, είναι ευθέως ανάλογη: Κάθε χρόνο τα πυροβόλα όπλα χρησιμοποιούνται σε περισσότερα από 600.000 εγκλήματα βίας και σε 24.000 από τις 25.000 ανθρωποκτονίες. [8]

Συλλήψεις

Ο παροξυσμός του αμερικανικού «πολέμου κατά των ναρκωτικών» εκφράστηκε με την τρομακτική αύξηση των συλλήψεων για παράβαση της «αντιναρκωτικής» νομοθεσίας ιδιαίτερα κατά την περίοδο της προεδρίας των Ρέιγκαν και Μπους (1981-90):

Ο αριθμός των συλλήψεων από 400.000 το 1980 (τελευταίο έτος της θητείας του προέδρου Κάρτερ) έκανε άλμα στο 1.400.000 το 1990 (κατά την προεδρία του πατρός Μπους).

Μ' αυτό τον τρόπο ο Μπους πραγματοποίησε το ένα από τα δύο σκέλη της υπόσχεσης που έδωσε στον αμερικανικό λαό στις 5-9-1989, κατά την εξαγγελία της πολιτικής του για τα «ναρκωτικά», ότι «θα έλυνε το πρόβλημα των ναρκωτικών, κλείνοντας στη φυλακή όλους τους διακινητές τους»:

Κατά τη διάρκεια της προεδρίας του, ο μέσος ετήσιος όρος των συλλήψεων για υποθέσεις απαγορευμένων ουσιών ξεπέρασε τα 1.400.0000 άτομα, από τα οποία στέλνονταν στη φυλακή πάνω από 500.000.

Ο μεγάλος όγκος των συλλήψεων και των καταδικών αφορούσαν την απλή κατοχή κάνναβης: Το 1990 οι συλλήψεις για κατοχή και χρήση κάνναβης έφτασαν τις 400.000 και το 1992 ξεπέρασαν τις 500.000. [9]

ΣΥΛΛΗΨΕΙΣ ΓΙΑ «ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ» (ΗΠΑ, 1980-1990)

Έτος      Συλλήψεις

1980:     400.000
1982:     600.000
1984:     800.000
1986:  1.000.000
1988:  1.200.000
1990:  1.400.000

(Πηγή: FBI Uniform Crime Reports)

3. ΔΙΑΦΘΟΡΑ

Πίσω από την προκλητή «αντιναρκωτική» υστερία κρύβεται η ιερή συμμαχία ενός τμήματος της νόμιμης εξουσίας του κράτους και της «παράνομης» εξουσίας του οργανωμένου εγκλήματος, που διαχειρίζονται από κοινού τη βιομηχανία των απαγορευμένων ουσιών, την πλέον προσοδοφόρα βιομηχανία στον πλανήτη, που υπάρχει εξαιτίας της απαγόρευσης και μόνο.

Οι νόμοι που απαγορεύουν ορισμένες ψυχοτρόπες ουσίες καθιέρωσαν ένα ανθρωποθυσιαστικό τελετουργικό και διαμόρφωσαν μια ατμόσφαιρα στην οποία κυριαρχεί ένας πολιτικός, οικονομικός και κοινωνικός οπορτουνισμός που στηρίζεται στον άκρατο αμοραλισμό, την προκλητή υστερία, τη δημαγωγία, τη βία και τη διαφθορά.

Οι επιθέσεις πάνοπλων αστυνομικών ομάδων σε δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους, τα αλλεπάλληλα μπλόκα στους δρόμους, η καλλιέργεια του χαφιεδισμού και της κατάδοσης, οι κατασχέσεις περιουσιακών στοιχείων των «υπόπτων» (οι οποίες ισοδυναμούν με κοινές ληστείες), η τεράστια διαφθορά μεταξύ των πολιτικών, των αστυνομικών, των δικαστών και των σωφρονιστικών υπαλλήλων διαμόρφωσαν μια κατάσταση καθολικής ανομίας που θίγει όλα τα πεδία της δημόσιας ζωής.

Η απαγόρευση αυξάνει συνεχώς τις τιμές των παράνομων ουσιών και εκτοξεύει στα ύψη τα κέρδη του οργανωμένου εγκλήματος, καθιστώντας το ικανό να διαφθείρει και να εξαγοράζει κυβερνητικούς αξιωματούχους, δημοσίους υπαλλήλους (τελωνειακούς, αστυνομικούς, δικαστικούς, κ.α.) και παράγοντες της πολιτικής και οικονομικής ζωής, με αποτέλεσμα τη διάβρωση των θεσμών, την ανατροπή των κανόνων που διέπουν την οικονομική ζωή και την υπονόμευση της λειτουργίας του πολιτεύματος σε όλες σχεδόν τις δημοκρατικές χώρες.

• Στον «πόλεμο κατά του αλκοόλ» (Ποτοαπαγόρευση, 1920-1933), η διαφθορά των διαχειριστών της εξουσίας αναδείχτηκε σε ένα «ευγενές άθλημα» που δεν άφησε ανέγγιχτο κανένα τομέα της δημόσιας ζωής:

«Στα πρώτα 11 χρόνια της Ποτοαπαγόρευσης (1920-1931), εξαναγκάστηκαν σε παραίτηση ή διώχτηκαν με την κατηγορία της διαφθοράς 14.000 από τους συνολικά 18.000 πράκτορες των υπηρεσιών που ήταν εντεταλμένες για το κυνήγι του αλκοόλ». [10] Δηλαδή, το 77,7% των ανθρώπων στους οποίους ανατέθηκε η εφαρμογή του νόμου εξελίχθηκαν σε συνεργάτες του οργανωμένου εγκλήματος. «Μόνο στη Νέα Υόρκη, οι ιδιοκτήτες των παράνομων μπαρ πλήρωναν 50 εκατ. δολάρια το χρόνο σε αστυνομικούς, εισαγγελείς, δικαστές και ομοσπονδιακούς πράκτορες, εξαγοράζοντας τη συνενοχή τους». [11]

• Στον «πόλεμο κατά των ναρκωτικών», η διαχείριση της εξουσίας και η διαφθορά έχουν καταστεί έννοιες ταυτόσημες, καθιστώντας δυσδιάκριτα τα όρια ανάμεσα στη νόμιμη εξουσία του κράτους και την παράνομη εξουσία του οργανωμένου εγκλήματος.

Μεταξύ 1968 και 1988 πάνω από 10.000 αξιωματούχοι των αμερικανικών υπηρεσιών που είναι εντεταλμένες για τη δίωξη των απαγορευμένων ουσιών έχουν προσαχθεί σε δίκη και καταδικαστεί ή εκδιώχθηκαν από την υπηρεσία τους ή εξαναγκάστηκαν σε παραίτηση, με την κατηγορία της διαφθοράς. Μερικές χαρακτηριστικές περιπτώσεις:

• Το 1968, ο τότε υπουργός δικαιοσύνης των ΗΠΑ Ramsey Clark έστειλε στον εισαγγελέα ή τη σύνταξη το 80% των αξιωματούχων της Υπηρεσίας Δίωξης Ναρκωτικών με την κατηγορία της διαφθοράς και της συμμετοχής σε διακίνηση απαγορευμένων ουσιών.

• Το 1973, πάνω από το 50% των αστυνομικών του Γραφείου Δίωξης Ναρκωτικών της Νέας Υόρκης κατηγορήθηκαν και παραπέμφθηκαν σε δίκη με την κατηγορία της διαφθοράς και η Επιτροπή Knapp, στην οποία ανατέθηκε η έρευνα για τη διαφθορά στην αστυνομία, αποφάνθηκε ότι "η διαφθορά είχε διαβρώσει μεγαλύτερο βαθμό την ίδια τη Διεύθυνση της Αστυνομίας". [12]

• Το 1986, ήρθε στο φως της δημοσιότητας ένας μεγάλος αριθμός σκανδάλων σχετικών με τη διακίνηση ναρκωτικών στα οποία ήταν μπλεγμένοι αξιωματικοί και άνδρες των υπηρεσιών δίωξης "ναρκωτικών", της αστυνομίας, του FBI, των τελωνείων, της ακτοφυλακής και των φυλακών.

• Το 1988, πάνω από 80 αξιωματικοί των υπηρεσιών δίωξης στο Μαϊάμι, καταδικάστηκαν για ένα πλήθος αδικημάτων, από φόνους μέχρι ληστείες και εξαγορά, που διέπραξαν ενώ διερευνούσαν υποθέσεις «ναρκωτικών».

Το 1989, δεκαοκτώ σερίφηδες της επαρχίας του Λος Αντζελες αποτάχτηκαν από το σώμα για τους ίδιους λόγους.

• Το 1989, συνελήφθη μια ομάδα 4 αξιωματούχων της DEA για διακίνηση παράνομων ουσιών και διαφθορά. Επικεφαλής ήταν ο Edmund O'Brien, βετεράνος της επιχείρησης για την εξουδετέρωση του Γαλλικού Δικτύου.

• Το 1991, ο αξιωματικός της DEA Darnell Garcia καταδικάστηκε στο Λος Άντζελες για συνενοχή σε διακίνηση απαγορευμένων ουσιών και ξέπλυμα χρήματος. Δύο συνένοχοί του αξιωματικοί της DEA, διέφυγαν την καταδίκη καταθέτοντας εναντίον του. Η επιχείρηση των τριών αξιωματικών της εν λόγω υπηρεσίας «δίωξης των ναρκωτικών» λειτουργούσε από το 1982 και τους απόφερε πάνω από 2.000.000 δολάρια σε μυστικούς τραπεζικούς λογαριασμούς στην Ελβετία. [13]

• Το 1992, μια ομάδα αξιωματικών της αστυνομίας της Νέας Υόρκης παραπέμφθηκαν και καταδικάστηκαν για διακίνηση ηρωίνης σε μεγάλη έκταση. Στις μεθόδους δράσης τους περιλαμβάνονταν και οι φόνοι. [14]

Η διαφθορά δεν περιορίζεται στην αστυνομία. Εκτείνεται στους δικηγόρους, τους δικαστικούς, τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους και σε όλους σχεδόν τους επαγγελματικούς κλάδους. Πολλοί δικηγόροι παίρνουν μέρος στο «παιχνίδι» και ενεργούν ως σύμβουλοι των διακινητών ή μεθοδεύουν τρόπους ξεπλύματος του ναρκωχρήματος. Πολλοί σωφρονιστικοί υπάλληλοι προσπορίζονται σημαντικά κέρδη συμμετέχοντας στη διακίνηση απαγορευμένων ουσιών στο χώρο της δουλειάς του. Πολλοί εισαγγελείς και δικαστές συνεργάζονται αμέσως ή εμμέσως με τους διακινητές των «ναρκωτικών» στους οποίους παρέχουν προστασία από διώξεις, απαλλαγή από κατηγορίες ή αθώωση σε περίπτωση παραπομπής, έναντι αδρότατων ανταμοιβών.

Είναι χαρακτηριστικές οι πρόσφατες περιπτώσεις (α) του αναπληρωτή εισαγγελέα της Νέας Υόρκης που καταδικάστηκε για συνενοχή σε κλοπή απαγορευμένων ουσιών και χρημάτων από τα κρατικά αποθέματα,[15] (β) του ομοσπονδιακού δικαστή Robert Collins και (γ) του πολιτειακού δικαστή Walter Nixon που καταδικάστηκαν για δωροδοκία σε υποθέσεις «ναρκωτικών». [16]

Η δυνατότητα του οργανωμένου εγκλήματος να διαθέτει τεράστια χρηματικά ποσά σε κρατικούς αξιωματούχους, καθιστά τη διαφθορά αναπόφευκτη.

Όταν η συνολική βιομηχανία των απαγορευμένων ουσιών πραγματοποιεί κάθε χρόνο ένα τζίρο που ξεπερνάει τα 500 δις δολάρια στις ΗΠΑ και τα 1 τρις δολάρια διεθνώς, πολλοί «ευυπόληπτοι» κρατικοί αξιωματούχοι της αστυνομίας, της δικαιοσύνης και των φυλακών είναι δύσκολο να αρνηθούν μια συναλλαγή με το οργανωμένο έγκλημα που θα τους αποφέρει τουλάχιστον 1 εκατομμύριο δολάρια, δηλαδή ένα ποσό που ισοδυναμεί με το σύνολο των μισθών τους σε ολόκληρη την καριέρα τους.

Όταν ένας νόμος παράγει ένα διαρκώς αυξανόμενο αριθμό παραβατών του και, συνεπώς, όταν εξ' αντικειμένου δεν είναι δυνατό να επιβληθούν οι προβλεπόμενες κυρώσεις σε όλους τους παραβάτες, τα κριτήρια της νομιμότητας ατονούν ή εκλείπουν και ενισχύεται η αυθαιρεσία των διωκτικών αρχών που μπορούν να επιλέγουν κατά βούληση ποιος θα διωχθεί και ποιος όχι, με βάση τα υπηρεσιακά, οικονομικά και σεξουαλικά οφέλη που μπορούν να προσπορίζονται κατά περίπτωση.

Ένα πλήθος ερευνών που γίνονται στις ΗΠΑ από έγκυρους οργανισμούς, αποδεικνύει ότι πολλοί αστυνομικοί διασφαλίζουν ένα δεύτερο παράνομο εισόδημα, κλέβοντας από τους χρήστες και τους μικροδιακινητές που συλλαμβάνουν τεράστια χρηματικά ποσά και μεγάλες ποσότητες απαγορευμένων ουσιών, τις οποίες εν συνεχεία διοχετεύουν στην αγορά. Σύμφωνα με αξιόπιστες έρευνες, από τα μετρητά που κατάσχονται στην κατοχή ατόμων που συλλαμβάνονται για λόγους που συνδέονται με την "αντιναρκωτική" νομοθεσία, το 70-80% ληστεύεται από τους αστυνομικούς των υπηρεσιών δίωξης και μόνο το 20-30% δηλώνεται υπηρεσιακά.

Εξαιτίας αυτής της ιδιομορφίας των «εγκλημάτων» που κατασκευάζονται με την Απαγόρευση («εγκλημάτων» που είναι δύσκολο ή αδύνατο να διερευνηθούν γιατί σ' αυτά συμμετέχουν με τη θέλησή τους και προς αμοιβαίο όφελος ένας πωλητής και ένας αγοραστής που και οι δύο διαπράττουν αδίκημα και, συνεπώς, δεν έχουν κανένα λόγο να το καταγγείλουν στις αρχές), η αστυνομία υιοθετεί παράνομες μεθόδους δράσης που είναι αδύνατο να ελεγχθούν. Κι αυτό της διασφαλίζει τεράστια περιθώρια και άπειρες δυνατότητες αυθαιρεσίας και διαφθοράς, εξαιτίας των οποίων μετασχηματίζεται από υπηρεσία δίωξης της παραβατικότητας σε μηχανισμό παραγωγής, προώθησης και κάλυψης του εγκλήματος.

4. OIKONOMIA

• Σύμφωνα με το «Γραφείο για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα» του ΟΗΕ: «Η αξία της παγκόσμιας αγοράς απαγορευμένων ουσιών το 2003, αποτιμάται στο επίπεδο της παραγωγής σε 13 δις δολάρια, στο επίπεδο της χονδρικής πώλησης σε 94 δις δολάρια και στο επίπεδο της λιανικής πώλησης σε 322 δις δολάρια (Σημ: στην αποτίμηση λαμβάνονται υπόψη οι κατασχέσεις και άλλες απώλειες). Αυτό δείχνει ότι, παρά τις κατασχέσεις και τις απώλειες, η αξία των ναρκωτικών αυξάνεται σημαντικά, καθώς διακινούνται από τον παραγωγό στον καταναλωτή». [17]

• «Εάν συγκριθεί με τις παγκόσμιες νόμιμες εξαγωγές (7.503 δις δολάρια το 2003) ή με το Παγκόσμιο Ακαθάριστο Προϊόν GDP (35.765 δις δολάρια το 2003), η παγκόσμια αγορά παράνομων ουσιών αντιστοιχεί:

- Με το 0.9% του Παγκόσμιου Ακαθάριστου Προϊόντος (GDP), αποτιμώμενη σε επίπεδο λιανικής πώλησης.

- Με το 1.3% των παγκόσμιων εξαγωγών, αποτιμώμενη σε επίπεδο χονδρικής πώλησης.

• Η αξία της παγκόσμιας αγοράς των παράνομων ουσιών (αποτιμώμενη σε τιμές λιανικής πώλησης):

- Υπερβαίνει το ΑΕΠ καθεμιάς από το 88% όλων των χωρών του κόσμου (163 από 184 χώρες για τις οποίες η Παγκόσμια Τράπεζα / World Bank διαθέτει στοιχεία για το ΑΕΠ τους) και

- Ισοδυναμεί με το ΑΕΠ των 75% των χωρών της υπο-Σαχάριας Αφρικής (439 δις δολάρια το 2003).

Το 2003, οι ετήσιες χονδρικές πωλήσεις παράνομων ουσιών αντιστοιχούσαν:

- στο 12% των παγκόσμιων εξαγωγών χημικών (794 δις δολάρια),

- στο 14% των παγκόσμιων εξαγωγών αγροτικών προϊόντων (674 δις δολάρια),

και υπερέβαιναν:

- τις παγκόσμιες εξαγωγές ορυκτών και μεταλλευμάτων (79 δις δολάρια)

- τις συνολικές εξαγωγές αγροτικών προϊόντων από την Λατινική Αμερική (75 δις δολάρια) και τη Μέση Ανατολή (10 δις δολάρια) από κοινού». [18]

5. ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΠΟΙΗΣΗ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗΣ

Η απόρριψη της απαγορευτικής πολιτικής απορρέει λογικά από την κριτική αυτής της πολιτικής ως εργαλείου που χρησιμοποιείται από την εξουσία για τη χειραγώγηση της κοινωνίας, και από τη διαρκώς επαναβεβαιούμενη κραυγαλέα αναντιστοιχία της σε σχέση με τους διακηρυγμένους στόχους της.

Κεντρικοί στόχοι της αντι-απαγορευτικής πολιτικής είναι:

η εξάλειψη του μοναδικού κινήτρου της δράσης των εγκληματικών οργανώσεων, του κέρδους (πράγμα που σημαίνει κατάργηση του σπουδαιότερου εγκληματογενούς παράγοντα σε διεθνές επίπεδο) και

η μείωση της βλάβης για τους χρήστες και την κοινωνία.

Η εμμονή στην απαγόρευση επιτείνει τη διαδικασία διάλυσης της κοινωνικής συνοχής, γιατί, με την ανεύθυνη και δημαγωγική θέσπιση νόμων που δεν είναι δυνατό να καταστούν σεβαστοί, υπονομεύεται δραστικά η ιδέα της τήρησης του νόμου (δηλαδή των κανόνων που διέπουν τις κοινωνικές σχέσεις), που αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την ύπαρξη κάθε δημοκρατικής κοινωνίας.

Πολιτικές αντιμετώπισης

Όλες οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν μέχρι σήμερα για τα τυχερά παιχνίδια, το αλκοόλ, την πορνογραφία, την πορνεία και τη χρήση απαγορευμένων ουσιών, κυμαίνονται ανάμεσα στην καταπίεση και την ενσωμάτωση, ανάλογα με τις αλλαγές που επιτελούνται σε κάθε εποχή, στην κουλτούρα, την οικονομία και την πολιτική

Το κύριο χαρακτηριστικό όλων αυτών των φαινομένων είναι ότι αναφέρονται τόσο σε ατομικές όσο και σε δημόσιες συμπεριφορές. Μερικές φορές ο νόμος στοχεύει και στις ατομικές και στις δημόσιες συμπεριφορές συγχρόνως, και άλλες φορές μόνο στις δημόσιες. Όσο περισσότερο επικαλείται την «ηθική», τόσο περισσότερο στοχεύει στον έλεγχο της ιδιωτικής συμπεριφοράς.

Είναι προφανές ότι κάθε νόμος έχει κάποια «ηθικές» αναφορές, όπως είναι εξίσου φανερό ότι η επιβολή της «ηθικής» με τη δύναμη του νόμου βρίσκεται εκτός των ορίων της νομιμότητας και αποτελεί τη χειρότερη μορφή τυραννίας.

Ο νόμος πρέπει να δρα περιοριστικά μόνο σ’ εκείνες τις δημόσιες συμπεριφορές και τις ανθρώπινες αλληλεπιδράσεις που προκαλούν βλάβη σε τρίτο και θίγουν άμεσα τη δημόσια τάξη.

Η καταστολή οιασδήποτε συμπεριφοράς ορίζεται ως παράνομη, αποκλείει τόσο την κοινωνική ενσωμάτωση των φορέων της όσο και την επιχειρηματολογημένη ενημέρωση της κοινωνίας. Κι αυτό γιατί απλούστατα:

1) Ο κοινωνικός έλεγχος είναι το αποτέλεσμα της λειτουργίας ενός συνόλου κοινωνικών μηχανισμών που αποβλέπουν στη διαχείριση των ανεπιθύμητων συμπεριφορών που προκαλούν βλάβη σε τρίτους. Ανάμεσα σ’ αυτούς τους μηχανισμούς, σημαντικότατο ρόλο διαδραματίζει η ενσωμάτωση, την οποία η απαγόρευση και η καταστολή αποκλείουν εξ’ ορισμού. Γιατί και η απαγόρευση και η καταστολή πραγματώνονται διαμέσου της καταπίεσης των ανθρώπινων συμπεριφορών που δεν προκαλούν βλάβη σε τρίτους, πράγμα που αναγκαία συνεπάγεται την καταπίεση των ανθρώπινων υπάρξεων και την περιθωριοποίησή τους.

2) Όταν η χρήση ορισμένων ουσιών ορίζεται ως παράνομη, οποιαδήποτε πληροφόρηση, ενημέρωση και εκπαίδευση εκτός του «απαγορεύεται», είναι αντίθετη με το γράμμα και το πνεύμα του νόμου. Και κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, η ενημέρωση εκτοπίζεται από τη δαιμονολογία.

Απαγόρευση και παράνομη οικονομία

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των εμπειρογνωμόνων, οι δραστηριότητες που αφορούν τις απαγορευμένες ουσίες καλύπτουν, κατά χώρα, το 60 έως 80% του συνολικού όγκου των ποινικά κολάσιμων δραστηριοτήτων.

Αυτές οι δραστηριότητες διεθνώς αποτιμώνται σε 1 τρισεκατομμύριο δολάρια ετησίως, (ή 3 δισεκατομμύρια δολάρια ημερησίως) και διαμορφώνουν μια παράνομη οικονομία που αυξάνεται ταχύτερα από την νόμιμη.

Μ’ άλλα λόγια, το παγκόσμιο σύστημα της απαγόρευσης ορισμένων ουσιών είναι ο κυριότερος παράγοντας ανάπτυξης της παράνομης οικονομίας (ακολουθούμενος από το λαθρεμπόριο των όπλων, τον τζόγο, την πορνεία και το οικονομικό έγκλημα), που τείνει να καταβροχθίσει τη νόμιμη οικονομία.

Κατασχέσεις και κοινωνικό κόστος

Οι κατασχέσεις των απαγορευμένων ουσιών είναι σταθερές και ανέρχονται στο 3% έως 5% της ποσότητας που διακινείται συνολικά.

Τα προβλήματα που συνδέονται με τις απαγορευμένες ουσίες προκαλούνται από το 95% των ουσιών που δεν κατάσχονται από τις διωκτικές αρχές και φτάνουν στους χρήστες. Απ’ αυτή τη διαπίστωση προκύπτουν δύο κρίσιμα ερωτήματα:

1) Τι θα αλλάξει εάν καταστεί δυνατός ο διπλασιασμός ή ο τριπλασιασμός της ποσότητας των απαγορευμένων ουσιών που κατάσχονται (δηλαδή, τι θα αλλάξει εάν οι κατασχέσεις των απαγορευμένων ουσιών αυξηθούν από το 5% στο 10% ή 15% του συνολικού τους όγκου);

Η απάντηση είναι κατηγορηματική: Τίποτα. Γιατί δεν υπάρχει καμιά διαφορά εάν φτάνει στους χρήστες το 95%, το 90% ή το 85% αυτών των ουσιών.

2) Ποιο είναι το κοινωνικό και οικονομικό κόστος, εάν η προσπάθεια επικεντρώνεται στην επίτευξη αυτού του στόχου με κάθε τρόπο;
Η απάντηση είναι το ίδιο σαφής και κατηγορηματική:

Πολλαπλασιάζεται το οικονομικό κόστος.
Ενδυναμώνεται το οργανωμένο έγκλημα (που συνεργάζεται αρμονικά με την κρατική εξουσία).
Εντείνεται η διαφθορά των κρατικών, κυβερνητικών και κομματικών αξιωματούχων και υπαλλήλων.
Ενισχύονται οι αρμοδιότητες των διωκτικών αρχών σε βάρος των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών με πρόσχημα την ανέφικτη «προστασία» της κοινωνίας από τα «ναρκωτικά».
Αυξάνονται διαρκώς όλοι οι δείκτες της ατομικής και κοινωνικής παθολογίας που συνδέονται με τη χρήση των απαγορευμένων ουσιών.

Καταστολή και εγκληματικότητα

Συχνά υποστηρίζεται ότι υπάρχει μια σχέση αντιστρόφως ανάλογη ανάμεσα στην καταστολή και την εγκληματικότητα και ότι κάθε αύξηση της καταστολής συνοδεύεται από μια μείωση της συνολικής εγκληματικότητας.

Πρόκειται για ένα ιδεολόγημα που, ως τέτοιο, απλώς προβάλλει την κατάσταση ανεστραμμένη. Γιατί η σχέση ανάμεσα στην καταστολή και την εγκληματικότητα είναι ευθέως ανάλογη (και όχι αντιστρόφως ανάλογη): Κάθε ενδυνάμωση της καταστολής προκαλεί αύξηση της εγκληματικότητας.

Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο, όλες οι κατασταλτικές πολιτικές απέναντι στις απαγορευμένες ουσίες προκαλούν αύξηση της εγκληματικότητας που συνδέεται μ’ αυτές και είναι καταδικασμένες σε αποτυχία.

Αποτελέσματα της καταστολής

Η καταστολή έχει πολλαπλές και ανεξέλεγκτες αρνητικές συνέπειες στην κοινωνία.

1) Οι χρήστες στιγματίζονται ως εγκληματίες και εξαναγκάζονται σε ένα σταδιακό εξοστρακισμό από την κοινωνία στην οποία ανήκουν, μέσα από μια γενικότερη εξουσιαστική μεθόδευση που θέλει την κοινωνία κατακερματισμένη σε ομάδες «καλών» και «κακών» πολιτών.

2) Η κατάργηση της νόμιμης παραγωγής εξαλείφει κάθε δυνατότητα ελέγχου του όγκου και της ποιότητάς της (πράγμα που διασφαλίζεται με τη νόμιμη –και υπό κοινωνικό έλεγχο- παραγωγή).

3) Η ενδυνάμωση της καταστολής προκαλεί αύξηση της τιμής των ελεγχόμενων ουσιών στη μαύρη αγορά, πράγμα που συνεπάγεται μεγιστοποίηση των κερδών του οργανωμένου εγκλήματος: Ενδυνάμωση της καταστολής σημαίνει μεγαλύτερους οικονομικούς κινδύνους για το οργανωμένο έγκλημα και μεγαλύτερους ποινικούς κινδύνους για τους χρήστες και το κόστος αυτών των κινδύνων ενσωματώνεται στην τιμή του προϊόντος, που αυξάνεται διαρκώς.

4) Η μεγιστοποίηση των κερδών του οργανωμένου εγκλήματος προκαλεί ενίσχυση των δραστηριοτήτων του και αύξηση της οικονομικής και, κατ’ επέκταση, της πολιτικής του ισχύος.

Καταστολή και Αστυνομία

Οι διωκτικές αρχές αναπτύσσουν μια συνεργατική σχέση με τον υπόκοσμο από τον οποίο εξαρτώνται σε ό,τι αφορά τις πληροφορίες (και όχι μόνο). Όπως είναι ευνόητο, αυτό συνεπάγεται μια συναλλακτική σχέση μεταξύ των διωκτικών αρχών και του υπόκοσμου, η οποία θεσμοποιεί και «νομιμοποιεί» τη συνεργασία της νόμιμης εξουσίας του κράτους με την παράνομη εξουσία του υπόκοσμου.

Κάτι τέτοιο αποτελεί καίριο πλήγμα κατά της νομιμότητας και έχει άπειρες διαλυτικές συνέπειες για την κοινωνία, την οποία (καθ’ υπόθεση) υπηρετούν αυτές οι διωκτικές αρχές.

Επιπροσθέτως, η εμμονή στην καταστολή, έχει ως αναγκαία συνέπεια την αύξηση του αριθμού των αστυνομικών, την ενίσχυση της αστυνομικής ισχύος, την επίταση της διείσδυσης της αστυνομίας στην κοινωνία, και τον πολλαπλασιασμό των αστυνομικών παρεμβάσεων στη δημόσια και ιδιωτική ζωή. Κι αυτό είναι που θέτει επί τάπητος το κρίσιμο ερώτημα: «Ποιος θα αστυνομεύει την αστυνομία;»

Με βάση τη διαπίστωση ότι η εγκληματικότητα εξ’ ορισμού αρχίζει με τη θέσπιση μιας περιοριστικής νομοθεσίας, είναι σημαντικό να μη ξεχνάμε ότι όσο δεν υπήρχαν απαγορευτικοί νόμοι για ορισμένες ουσίες, δεν υπήρχε κανενός είδους εγκληματικότητα σ’ αυτό το πεδίο. Ενώ, από τη στιγμή που αποτέλεσαν αντικείμενο απαγόρευσης, οι ουσίες αυτές αναδείχθηκαν σε πεδίο διευρυμένης αναπαραγωγής μιας πολύμορφης εγκληματικότητας που δεν αφήνει ανέγγιχτο κανένα τομέα της κοινωνικής ζωής.

Απ’ αυτή την άποψη, είναι κρίσιμης σημασίας το προφανές συμπέρασμα ότι η Ποτοαπαγόρευση στις ΗΠΑ (1920-1933) αποδείχθηκε ένας εγκληματογενής παράγοντας που γέννησε και γιγάντωσε το οργανωμένο έγκλημα και το ανέδειξε σε καθοριστικό παράγοντα στην αμερικανική δημόσια, οικονομική και πολιτική ζωή.

Φιλελευθεροποίηση

Πολλοί άνθρωποι αντιμετωπίζουν τη φιλελευθεροποίηση της νομοθεσίας για τις απαγορευμένες ουσίες ως ουτοπία ή διάκεινται εχθρικά απέναντί της. Η σύγκριση αυτής της προοπτικής με τους τρόπους διαχείρισης του αλκοόλ και των τυχερών παιχνιδιών, είναι εξαιρετικά χρήσιμη.

1) Κατά τη διάρκεια της Ποτοαπαγόρευσης στις ΗΠΑ, έγινε αντιληπτό ότι ο μόνος τρόπος να ανακοπεί η αύξηση της εγκληματικότητας και η επιρροή της στην κοινωνική ζωή, ήταν η (επα)νομιμοποίησή του.

2) Μετά την άρση της Ποτοαπαγόρευσης, το οργανωμένο έγκλημα στράφηκε στην εκμετάλλευση των -τότε απαγορευμένων- τυχερών παιχνιδιών, σε μια τέτοια κλίμακα που δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα, ιδιαίτερα σε ορισμένες μεγαλουπόλεις. Και πάλι, η λύση που επιλέχθηκε ήταν η φιλελευθεροποίηση της νομοθεσίας για τα τυχερά παιχνίδια.

3) Μετά την αποποινικοποίηση των τυχερών παιχνιδιών, το οργανωμένο έγκλημα στράφηκε στις απαγορευμένες ψυχοτρόπες ουσίες, και προώθησε την παραγωγή και τη διεύρυνση της αγοράς τους στα σημερινά, επικίνδυνα για την κοινωνία, επίπεδα.

Είναι πασίγνωστο ότι η χρήση του αλκοόλ, του καπνού και της οδήγησης αποτελούν σημαντικό κοινωνικό πρόβλημα, με εξόχως αρνητικές συνέπειες από την άποψη της δημόσιας τάξης, της (ατομικής και της δημόσιας) υγείας και της οικονομίας. Αλλά κανείς δε διανοείται να το «λύσει», απαγορεύοντας το αλκοόλ, το κάπνισμα και την οδήγηση.

Η μελέτη αυτών των τάσεων καθιστά σαφές πως μοναδική έλλογη απάντηση στα ποικίλα ατομικά και κοινωνικά προβλήματα που δημιουργεί και αναπαράγει η απαγορευτική πολιτική απέναντι σε ορισμένες ουσίες, είναι η φιλελευθεροποίηση της νομοθεσίας και η άρση της βίας που επικαθορίζει τη σκηνή των απαγορευμένων ουσιών σήμερα.

Κάποτε πρέπει να γίνει συνείδηση ότι το ζητούμενο δεν ήταν, δεν είναι και δεν μπορεί να είναι η (ανέφικτη) αποστείρωση της ανθρώπινης κοινωνίας από τις διάφορες ψυχοτρόπες ουσίες αλλά η ελαχιστοποίηση των βλαβών που απορρέουν από τη χρήση τους και των κινδύνων προκύπτουν από την κατάχρησή τους.

6. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Το συμπέρασμα είναι προφανές: Μοναδικό αποτέλεσμα της απαγορευτικής, κατασταλτικής και διωκτικής μανίας των διαχειριστών της εξουσίας, είναι η ραγδαία επιδείνωση όλων των δεικτών του «προβλήματος των ναρκωτικών», προς όφελος των συνδυασμένων συμφερόντων του μεγάλου κεφαλαίου, της κρατικής εξουσίας και του οργανωμένου εγκλήματος και σε βάρος της κοινωνίας.

Η καταστολή, οι μύθοι, η παραπληροφόρηση και η τρομοκρατική προπαγάνδα συμβάλλουν στην διαρκή διόγκωση του προβλήματος, ενισχύουν διαρκώς τις εγκληματικές οργανώσεις που ελέγχουν τη μαύρη αγορά, οδηγούν τους χρήστες στο στιγματισμό και τη φυλακή και καθιστούν καταγέλαστες τις αλλεπάλληλες «αντιναρκωτικές» εκστρατείες που οργανώνουν οι σύγχρονοι Πάπες των κρατικών εξουσιών, οι οποίες πάντοτε αποτυγχάνουν στους διακηρυγμένους στόχους τους και πάντοτε επιτυγχάνουν τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
1. ΗΠΑ: Food and Drugs Administration (1915).
2. Εφημ. Chicago Tribune, 6/3/1988.
3. ΗΠΑ: Υπουργείο Δικαιοσύνης: Speeial Report:Drugs and Jail Inmates, 1989, DoJ, 1991.
4. Α. Trebach: The Heroin Solution (1982), σ. 213.
5. James Ostrowski: «Thinking about Drug Legalization» (in D. Boaz, ed.: The Crisis in Drug Prohibition, Washington, D.C.: Cato Institute, 1990), σ. 57.
6. Εφημ. The New Yorker, 10/9/1990.
7. Εφημ. N.Y. Times, 11/3/1992.
8. ΗΠΑ: Υπουργείο Δικαιοσύνης: Sourcebook of Criminal Justice Statistics 1990 (Dep. of Justice, 1990), σ. 287.
9 ΗΠΑ: Υπουργείο Δικαιοσύνης: Uniform Crime Reporting Statistics, 1988-1992.
10. D. Cashman, Prohibition: The Life of the Land (1981), σ. 36.
11. D. Cashman, Prohibition (1981), σ. 44.
12. Knapp Commission, Report on Police Corruption (N.Y., G. Braziller, 1973).
13. «Ex-Agent Is Guilty on 5 Drug Charges» (New York Times, 17/4/1991).
14. J. Treaster: «Officers in Drug Case Formed Tightly Knit Group» (New York Times, 9/5/1992) και «More Drug Allegations Against Accused Officer Emerge» (New Υork Times, 30/5/1992).
15. S. Torry: «Lawyers on Drugs Create Problem Fraught With Legal, Moral Questions» (Washington Post, 5/10/1988).
16. «Judge Nixon Says He Has Nothing to Hide» (National Law Journal, 2/10/1989), σ. 5.
17. United Nations Office on Drugs and Crime (UNODC): World Drug Report 2005 (Vienna, Austria: UNODC, June 2005), p. 127.
18. United Nations Office on Drugs and Crime (UNODC): World Drug Report 2005 (Vienna, Austria: UNODC, June 2005), p. 127.