ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ: ΕΝΑ ΕΡΓΟ ΣΕ 3 ΠΡΑΞΕΙΣ

 

Από τον υπεύθυνο και ικανότατο πολιτικό ηγέτη Ελευθέριο Βενιζέλο

στους κάθε είδους ανεύθυνους «μεγαλέξανδρους»

 

Κλεάνθης Γρίβας

28 Ιουνίου 2018

 

Η θέση της σύγχρονης Ελλάδας σφραγίστηκε από τρεις Συνθήκες Ειρήνης με τις οποίες οι Μεγάλες Δυνάμεις αντιμετώπισαν το «Ανατολικό Ζήτημα» σύμφωνα με τα συμφέροντά τους: Τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913), των Σεβρών (1922) και της Λωζάνης (1923), στις οποίες η Ελλάδα εκπροσωπούνταν -ευτυχώς- από τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

 

Με βάση τα δεδομένα αυτών των Συνθηκών, ανακύπτει το κρίσιμο ερώτημα για την ατομική και συλλογική μας αυτοσυνειδησία: Τί είμαστε;

Ιδανικοί αυτόχειρες, που παίζουν σε ένα θεατρικό έργο σκηνοθετημένο από την Τουρκία; Βλάκες, που, όταν το δάκτυλο δείχνει το φεγγάρι, κοιτάνε το… δάκτυλο; Διανοητικά υπολειπόμενοι, που αδυνατούν να διακρίνουν το σημαντικό από το ασήμαντο και το μείζον από το έλασσον; Παράφρονες, που ανοίγουν μόνοι τους την πύλη του ψυχιατρείου-κόλαση στο οποίο θα εγκλειστούν; Αδαείς, που έχουν άποψη επί παντός του επιστητού; Ή, απλώς, ανόητοι, που βγάζουν μόνοι τους τα μάτια τους;

 

Δεδομένου ότι βασικός στόχος της επεκτατικής εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας είναι η επαναδιείσδυσή της στα εδάφη κυριαρχίας της πρώην Οθωμανικής αυτοκρατορίας (με πρώτη στόχευση τα Βαλκάνια, το Αιγαίο και τη Μέση Ανατολή), κύριος στόχος της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας δεν μπορεί παρά να είναι η αποτροπή αυτής της τουρκικής προσπάθειας.

 

Και σ’ αυτή την κατεύθυνση, είναι προφανές ότι συμφέρον της Ελλάδας είναι να περιβάλλεται στα βόρεια σύνορά της από μια ομάδα χωρών που, εξαιτίας της ενσωμάτωσής τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ, είναι υποχρεωμένες να εναντιώνονται σ’ αυτή τη διείσδυση και όχι από χώρες έρμαια στην επιρροή της Τουρκίας ή εξαρτημένες απ’ αυτή.

  

1. ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ: ΠΡΑΞΗ 1η

Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913)

Εκδίωξη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας από τα Βαλκάνια

και Διπλασιασμός της Ελλάδας

 

Η συνθήκη ειρήνης του Βουκουρεστίου (1913) αποτελεί την πρώτη πράξη της επίλυσης του «ανατολικού ζητήματος» με την εκδίωξη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας από τα Βαλκάνια,  μέσω των διευθετήσεων στις οποίες κατέληξαν οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις της εποχής εκείνης (Γερμανία, Γαλλία, Ρωσία, Αυστρο-ουγγαρία, Αγγλία, Ιταλία), με βάση τα συμφέροντά τους και τον συσχετισμό της ισχύος μεταξύ τους. Και έκτοτε, η επαναδιείσδυση της Τουρκίας στα Βαλκάνια αποτελεί πάγιο στόχο της εξωτερικής της πολιτικής.

 

Σ’ αυτή τη δύσκολη και σύνθετη γεωπολιτική παρτίδα «σκακιού», η Ελλάδα σημείωσε απρόσμενες σημαντικές επιτυχίες, με τον εδαφικό και πληθυσμιακό διπλασιασμό της, έχοντας την τύχη να εκπροσωπείται στις εργασίες της διάσκεψης από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, έναν από τους ελάχιστους ηγέτες που είχαν γνώση της γεωπολιτικής (άριστου γνώστη και μεταφραστή του έργου του «πατέρα της γεωπολιτικής» Θουκυδίδη).

 

Στο πλαίσιο αυτών των διευθετήσεων, με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου, η Ελλάδα διπλασίασε το έδαφός της (από 64.790 σε 108.610 τετρ. χλμ)  και τον πληθυσμό της (από 2.660.000 σε 4.363.000), προσαρτώντας μεγάλα τμήματα της Ηπείρου και της Μακεδονίας (μεταξύ αυτών η Θεσσαλονίκη, η Φλώρινα και η Καβάλα), και ακολούθησε η επίσημη οριστική ενσωμάτωση της Κρήτης στην Ελλάδα (14 Δεκεμβρίου 1913).

 

Μ’ άλλα λόγια, η Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913) έδωσε στην Ελλάδα περίπου τη σημερινή της μορφή. Και, γι’ αυτό ακριβώς το λόγο, θα πρέπει να διαφυλάσσεται ως «κόρη οφθαλμού» από ελληνικής πλευράς.

 

Η Συνθήκη δεν προέβλεψε τον οριστικό διακανονισμό του ζητήματος των νησιών του Β.Α. Αιγαίου, (Λήμνος, Χίος, Σάμος κ.α.), τα οποία είχε πάρει η Ελλάδα από τους Οθωμανούς και επί των οποίων αναγνωρίστηκε η επικυριαρχία της Ελλάδας από τις Μεγάλες Δυνάμεις τον Φεβρουάριο 1914. Μέχρι τότε, τα νησιά κατέχονταν από την Ελλάδα «de facto».

 

Από τις Μεγάλες Δυνάμεις, η Γερμανία και η Γαλλία υποστήριξαν τις ελληνικές θέσεις, η Ρωσία και η Αυστροουγγαρία υποστήριξαν τις Βουλγαρικές απαιτήσεις, ενώ η Αγγλία και η Ιταλία κράτησαν «ουδέτερη» στάση.

 

Με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου, η οθωμανική περιφέρεια της Μακεδονίας μοιράστηκε σε τρεις χώρες (Ελλάδα, Σερβία και Βουλγαρία), με την Ελλάδα να παίρνει τη «μερίδα του λέοντος», πράγμα που σημαίνει ότι με βάση αυτή τη Συνθήκη, από γεωγραφική άποψη η Μακεδονία δεν είναι μία αλλά τρεις.

 

2. ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ: ΠΡΑΞΗ 2η

Συνθήκη των Σεβρών (1920)

Εκδίωξη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας από τη Μέση Ανατολή

 

Η συνθήκη ειρήνης των Σεβρών (1920) αποτελεί την δεύτερη πράξη της επίλυσης του «ανατολικού ζητήματος» με την εκδίωξη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας από τη Μέση Ανατολή.

 

Η Συνθήκη των Σεβρών υπογράφηκε στις 28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920 στη γαλλική πόλη Σεβρ (Sevres), ως συνθήκη ειρήνης ανάμεσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία και τις Συμμαχικές δυνάμεις μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία, Ιαπωνία) και τις δυνάμεις που σχετίζονταν μ’ αυτές (Αρμενία, Βέλγιο, Ελλάδα, Χετζάζ, Πολωνία, Πορτογαλία, Ρουμανία, Γιουγκοσλαβία, Τσεχοσλοβακία).

 

Από μέρους της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, η συνθήκη έγινε αποδεκτή από τον σουλτάνο Μεχμέτ ΣΤ΄ (που προσπαθούσε να σώσει τον θρόνο του), αλλά απορρίφθηκε από το κίνημα των Νεότουρκων υπό την ηγεσία του Μουσταφά Κεμάλ (που χρησιμοποίησε αυτή τη διένεξη για να αυτοανακηρυχθεί κυβέρνηση και να καταργήσει το χαλιφάτο).

 

Με βάση αυτή τη συνθήκη, η Οθωμανική Αυτοκρατορία παρέδωσε στην Αγγλία την Μεσοποταμία (Ιράκ), την Παλαιστίνη και την Υπεριορδανία και στη Γαλλία την Συρία και τον Λίβανο. Η Ανατολία πέρασε στη σφαίρα επιρροής της Ιταλίας. Και προβλέπονταν ότι η Χετζάζ (μέρος της σημερινής Σαουδικής Αραβίας), το Κουρδιστάν και η Αρμενία θα γίνονταν ανεξάρτητα κράτη.

 

Στην Ελλάδα (η οποία εκπροσωπούνταν στις εργασίες της διάσκεψης από τον Ελευθέριο Βενιζέλο) παραχωρήθηκαν τα νησιά Ίμβρος και Τένεδος και η ανατολική Θράκη μέχρι τη γραμμή της Τσατάλτζας κοντά στην Κωνσταντινούπολη.

 

Η περιοχή της Σμύρνης θα έμενε υπό την ονομαστική επικυριαρχία του Σουλτάνου αλλά θα διοικούνταν από Έλληνα Αρμοστή ως εντολοδόχο των Συμμάχων, και θα μπορούσε να προσαρτηθεί στην Ελλάδα μετά από πέντε χρόνια με δημοψήφισμα.

 

Το άρθρο 26 όριζε ακόμα και εάν οι οθωμανικές αρχές δεν συναινούσαν στην εφαρμογή της Συνθήκης, θα εξέπιπταν από την κυριαρχία τους στην Κωνσταντινούπολη, την οποία θα μπορούσε να καταλάβει η Ελλάδα (θέση την οποία είχε προωθήσει εντέχνως ο Ελ. Βενιζέλος).

 

Παράλληλα, η Βόρεια Ήπειρος ενσωματωνόταν στην Ελλάδα με το μυστικό Σύμφωνο Βενιζέλου-Τιττόνι. Η Ιταλία συμφώνησε να παραχωρήσει στην Ελλάδα και τα Δωδεκάνησα (εκτός από τα νησιά Ρόδος και Καστελόριζο, τα οποία δεσμεύονταν να τα παραχωρήσει κατόπιν δημοψηφίσματος, όταν η Βρετανία θα έδινε στο μέλλον την Κύπρο στην Ελλάδα – μια δέσμευση που ακυρώθηκε από την Ιταλία το 1922).

 

Τα στενά των Δαρδανελίων και η θάλασσα του Μαρμαρά αποστρατικοποιήθηκαν και έγιναν προσωρινά διεθνής περιοχή, οι Σύμμαχοι απέκτησαν τον οικονομικό έλεγχο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και καθορίστηκε η ισότητα και τα δικαιώματα των χριστιανικών μειονοτήτων.

 

Η επικύρωση της Συνθήκης δεν έγινε από κανένα συμμαχικό κοινοβούλιο -(ούτε από το ελληνικό), καθώς μετά την επαναφορά του Κωνσταντίνου στον ελληνικό θρόνο, διαταράχθηκαν οι σχέσεις με τις συμμαχικές δυνάμεις, οι οποίες ποτέ δεν αναγνώρισαν τον Κωνσταντίνο ως αρχηγό του ελληνικού κράτους.

 

Η Σοβιετική Ένωση έκανε ξεχωριστή συνθήκη με τους Οθωμανούς. Μετά την επικράτηση τους, οι Νεότουρκοι μετέφεραν την πρωτεύουσα στην Άγκυρα, και μετά την Μικρασιατική Καταστροφή (1922), οι σύμμαχοι υπέγραψαν νέα συνθήκη ειρήνης (τη Συνθήκη της Λωζάνης, 1923) με ευνοϊκότερους όρους για την Τουρκία.

 

3. ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ: ΠΡΑΞΗ 3η 

Συνθήκη της Λωζάνης (1923)

Διαμόρφωση των (σημερινών) συνόρων της Τουρκίας

Κυριαρχία της Ελλάδας στα νησιά του Αιγαίου

 

Η Συνδιάσκεψη Ειρήνης της Λοζάνης διήρκεσε (με ένα διάλλειμα) από τις 20 Νοεμβρίου 1922 μέχρι τον Αύγουστο 1923.

 

Συνήλθε υπό την προεδρία του βρετανού Υπουργού Εξωτερικών λόρδου Κόρζον. Συμμετείχαν οι χώρες: Ελλάδα, Τουρκία, Βρετανία, Γαλλία, Ιταλία, Ιαπωνία, Ρουμανία και Σερβία.

 

Η Σοβιετική Ρωσία προσκλήθηκε να πάρει μέρος μόνο όταν θα συζητούνταν το καθεστώς των Στενών. Στη Βουλγαρία επιτράπηκε να εκθέσει τις απόψεις της για την έξοδό της στο Αιγαίο και για το καθεστώς των Στενών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παρέστησαν εκπροσωπούμενες στην πρώτη φάση από τον αντιπρόσωπο τους Α.W. Child, και στη δεύτερη από τον Αμερικανό πρεσβευτή στη Βέρνη J. Clark Grew. Η Ελλάδα εκπροσωπήθηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο και η Τουρκία από τον Ισμέτ Πασά.

 

1) Αναγνωρίστηκε η κυριαρχία της Ελλάδας στα νησιά του Αιγαίου (Λήμνος, Σαμοθράκη, Μυτιλήνη, Χίος, Σάμος και Ικαρία).

2) Τα νησιά Ίμβρος και Τένεδος παραχωρήθηκαν στην Τουρκία.

3) Η Ελλάδα υποχρεώθηκε να εκκενώσει τη Σμύρνη και την Ανατολική  Θράκη (εκκένωση που στρατιωτικά, είχε ήδη συντελεστεί με την Μικρασιατική Καταστροφή το 1922).

4) Αναγνωρίστηκε η ιταλική κυριαρχία σε όλα τα Δωδεκάνησα (που, τελικά, θα ενσωματωθούν στην Ελλάδα το 1947).

5) Συμφωνήθηκε η ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, και η υποχρέωση της Τουρκίας να αναγνωρίσει (α) το δικαίωμα της ισοπολιτείας στις αλλοεθνείς μειονότητες, (β) την παραμονή του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη, και (γ) την ειδική σύμβαση για το καθεστώς των Στενών, που ίσχυσε μέχρι την υπογραφή της Συμβάσης του Montreux στις 20 Ιουλίου 1936.

 

Με τη Συνθήκη της Λωζάνης (1923) διαμορφώθηκαν τα (σημερινά) σύνορα της Τουρκίας, με συνέπεια να αποτελεί ένα σοβαρό εμπόδιο στην επεκτατική εξωτερική πολιτική της Τουρκίας, κεντρικός στόχος της οποίας ήταν και παραμένει η επανάκτηση των απολεσθέντων επιρροών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας προς κάθε δυνατή κατεύθυνση.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Ένα «άσμα ηρωικό» που δεν πρέπει να γίνει Πένθιμο

 

* Με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913), η Ελλάδα διπλασιάστηκε εδαφικά και πληθυσμιακά και απέκτησε σημερινή της μορφή (που ολοκληρώθηκε με την προσθήκη της Δωδεκανήσου το 1947). Και, γι’ αυτό ακριβώς το λόγο, θα πρέπει να διαφυλάσσεται ως «κόρη οφθαλμού» από ελληνικής πλευράς.

 

* Με τη Συνθήκη της Λωζάνης (1923) διαμορφώθηκαν τα (σημερινά) σύνορα της Τουρκίας, και αναγνωρίστηκε η κυριαρχία της Ελλάδας στα νησιά του Αιγαίου (Λήμνος, Σαμοθράκη, Μυτιλήνη, Χίος, Σάμος και Ικαρία), με συνέπεια να αποτελεί ένα σοβαρό εμπόδιο στην επεκτατική εξωτερική πολιτική της Τουρκίας, κεντρικός στόχος της οποίας ήταν και παραμένει η επανάκτηση των απολεσθέντων επιρροών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας προς κάθε δυνατή κατεύθυνση. Και, γι’ αυτό το λόγο, και αυτή η Συνθήκη θα πρέπει να διαφυλάσσεται ως «κόρη οφθαλμού» από ελληνικής πλευράς (όπως ακριβώς και η Συνθήκη του Βουκουρεστίου, 1913).

 

Για προφανείς λόγους, η Τουρκία θέτει τη Συνθήκη της Λωζάνης υπό αμφισβήτηση (διαρκώς και με κάθε ευκαιρία) μέσα από το λόγο και την πράξη, αφενός των διαμορφωτών και των διαχειριστών της εξωτερικής πολιτικής της και αφετέρου των κάθε συνομοταξίας Τούρκων ακροδεξιών και εθνικιστών, οι οποίοι δεν αποδέχονται το γεγονός ότι τα προαναφερθέντα αιγαιοπελαγίτικα νησιά ανήκουν στην Ελλάδα και ότι, μέσω αυτών, η Ελλάδα ελέγχει νομίμως το 70% του Αιγαίου Πελάγους, μιας θάλασσας με κομβική σημασία και με διαρκώς αυξανόμενο στρατηγικό βάρος, ιδιαίτερα στη ρευστή μετα-ψυχροπολεμική εποχή.

 

Σ’ αυτή την επιδίωξή της, η επεκτατική εξωτερική πολιτική της Τουρκίας, ενισχύεται εξ’ αντικειμένου από τους εγχώριους «Μεγαλέξανδρους» που (περιβεβλημένοι με περικεφαλαίες, μανδύες, σημαίες και σταυρούς -αγκυλωτούς και άλλους), κραυγάζουν εν χωρώ «η Μακεδονία είναι μία και ελληνική», αδυνατώντας να κατανοήσουν ότι μ’ αυτό τον τρόπο:

 

α) Aμφισβητούν (προς το παρόν, οχλοκρατικώ δικαίω) τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913), με την οποία η Ελλάδα διπλασίασε το έδαφος και τον πληθυσμό της και για την οποία από γεωγραφική άποψη η Μακεδονία δεν «είναι μία και ελληνική» αλλά τρεις (ελληνική, σερβική, βουλγαρική). Και έτσι,

 

β) Nομιμοποιούν τις παράνομες -από την άποψη του διεθνούς δικαίου- προσπάθειες της Τουρκίας για την ανατροπή της Συνθήκης της Λωζάνης (1923).

 

Συνεπώς, όσοι έχουν προσβληθεί από τον θανατηφόρο ιό του εθνικισμού και του κομματισμού, αγνοώντας το γεγονός ότι, κατά κανόνα, οι διεθνείς συνθήκες ανατρέπονται με πόλεμο, βάζουν τα ευτελή συμφέροντα της ιδιοτέλειας, του φανατισμού και της άγνοιας (τους) πάνω από τα συμφέροντα της χώρας, τα οποία (όπως και τα πραγματικά συμφέροντα κάθε χώρας) διακυβεύονται, μόνον ή κυρίως, σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής.

 

Κι έτσι, «πρωταγωνιστούν» σε μια ιλαροτραγωδία που θα μπορούσε εύκολα μπορεί να μεταβληθεί σε τραγωδία, στο πλαίσιο της ρευστότητας του κόσμου που διαμορφώθηκε μετά την κατάρρευση του ανατολικού ολοκληρωτισμού. Η κατάρρευση αυτή προκάλεσε την ανατροπή της ψυχροπολεμικής ισορροπίας δυνάμεων που ίσχυε μέχρι τότε, η οποία δεν έχει υποκατασταθεί ακόμη από μια νέα ισορροπία.

 

Αυτό σημαίνει ότι ο κόσμος διανύει μια «μεταβατική περίοδο» που (όπως όλες οι μεταβατικές περίοδοι στην ιστορία) είναι άκρως επικίνδυνη και επισφαλής, δεδομένου ότι τα πάντα είναι δυνατό να συμβούν από οποιαδήποτε αιτία.

 

Σ’ αυτή τη ζοφερή μεταβατική περίοδο που θα εγκυμονεί απρόσμενες αλλαγές μέχρι να εγκαθιδρυθεί μια καινούρια ισορροπία δυνάμεων στη θέση αυτής που έχει ανατραπεί, πολλοί αδυνατούν να κατανοήσουν τη δυνητική επικινδυνότητα των ενεργειών τους, πράγμα που απαιτεί γνώση και σκέψη, δηλαδή δύο στοιχεία εν ανεπαρκεία στις μέρες μας.

 

Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913) και η Συνθήκη της Λωζάνης (1923) που είναι αλληλένδετες μεταξύ τους, πρέπει να διαφυλαχθούν ως κόρη οφθαλμού από την Ελλάδα, έχοντας πάντα κατά νου ότι κάθε αμφισβήτηση της μιας (από μας) ενεργεί υποστηρικτικά στην αμφισβήτηση της άλλης (από την Τουρκία).

 

Κλεάνθης Γρίβας

 

 

Υ.Γ. Προς κάθε ενδιαφερόμενο

Μια προσεκτική και συνδυασμένη ανάγνωση των τριών έργων:

Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου του Θουκυδίδη (μετάφραση Ελευθέριος Βενιζέλος και Άγγελος Βλάχος – και τα δύο, εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της «Εστίας»),

Το Στρατηγικό Βάθος – Η Διεθνής Θέση της Τουρκίας του Αχμέτ Νταβούτογλου (εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα, 2010), και

Η τραγωδία της Πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων του John Mearsheimer (εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα, 2006),

ίσως επέτρεπε σε όλους εκείνους που θέλουν να έχουν λόγο σε θέματα εξωτερικής πολιτικής (και οι οποίοι, κατά κανόνα, δεν έχουν καλές σχέσεις με το διάβασμα), να σχηματίσουν μια -αμυδρή, έστω-εικόνα του διεθνούς σκηνικού και της διεθνούς αρχιτεκτονικής της ισχύος, στο πλαίσιο των οποίων είναι υποχρεωμένη να βαδίζει σταθερά η χώρα μας και όχι να παραπατάει (εν πολλοίς, εξαιτίας τους).