{idkey=380b0[url=http%3A%2F%2Fwww.grivas.info%2Fpolitikes-dolofonies%2F156-2011-05-12-22-05-43][title=%CE%9A%CE%BB%CE%B5%CE%AC%CE%BD%CE%B8%CE%B7%CF%82+%CE%93%CF%81%CE%AF%CE%B2%CE%B1%CF%82%3A+%CE%97+%CE%94%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%A6%CE%9F%CE%9D%CE%99%CE%91+%CE%A4%CE%9F%CE%A5+%CE%9A%CE%A9%CE%A3%CE%A4%CE%91+%CE%9A%CE%91%CE%A1%CE%91%CE%93%CE%99%CE%A9%CE%A1%CE%93%CE%97+-+%CE%93%CE%A5%CE%A6%CE%A4%CE%9F%CE%94%CE%97%CE%9C%CE%9F%CE%A5+1954][desc=]}{cmp_start idkey=5027[url=http%3A%2F%2Fwww.grivas.info%2Fpolitikes-dolofonies%2F156-2011-05-12-22-05-43][title=%CE%9A%CE%BB%CE%B5%CE%AC%CE%BD%CE%B8%CE%B7%CF%82+%CE%93%CF%81%CE%AF%CE%B2%CE%B1%CF%82%3A+%CE%97+%CE%94%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%A6%CE%9F%CE%9D%CE%99%CE%91+%CE%A4%CE%9F%CE%A5+%CE%9A%CE%A9%CE%A3%CE%A4%CE%91+%CE%9A%CE%91%CE%A1%CE%91%CE%93%CE%99%CE%A9%CE%A1%CE%93%CE%97+-+%CE%93%CE%A5%CE%A6%CE%A4%CE%9F%CE%94%CE%97%CE%9C%CE%9F%CE%A5+1954][desc=]}

Κώστας Καραγιώργης (Γυφτοδήμος)    Μαρία Καραγιώργη

 

Εφημερίδα «Θεσσαλονίκη», 26 Φεβρουαρίου 1976

Επαναδημοσιεύθηκε στο περ. «Ζενίθ», τχ. Απριλίου 2008

Κλεάνθης Γρίβας:

Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ

ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΑΓΙΩΡΓΗ

(ΓΥΦΤΟΔΗΜΟΥ)

Μια πτυχή των ανελέητων εσωτερικών συγκρούσεων στο ΚΚΕ

Υπάρχουν πολλοί τρόποι για την απόκρυψη ή τη διαστρέβλωση της αλήθειας, αλλά μόνο ένας για την αποκάλυψη ή την αποκατάστασή της: Η δημόσια υπεράσπισή της.

Κλεάνθης Γρίβας

Περιεχόμενα

Προλογικό σημείωμα

1. Εισαγωγή

2. Τα πρώτα «ολισθήματα»

3. Μέχρι το 1940

4. Ο κομματικός Μηχανισμός και η "Λογική" του

5. Αρχές της δεκαετίας του 1950

6. Βουκουρέστι : Το στήσιμο της παγίδας

7. Αιρετικός; "Οχι. Προδότης"

8. Ομόφωνη απόφαση καταδίκης

9. Η σύλληψη

10. Η ανάκριση

11. Προς το τέλος

12. Η δήθεν «αποκατάσταση»

 

 

 

 

Προλογικό σημείωμα

Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη» στις 26 Φεβρουαρίου 1976, όταν ακόμα ήταν πολύ δύσκολο για τους πάσης φύσεως «προοδευτικούς» να πουν ορισμένα πράγματα με τ' όνομά τους.

Αυτό μάλλον εξακολουθεί να ισχύει ακόμη και τώρα, αν κρίνει κανείς από το βιβλίο του Λευτέρη Μαυροειδή, Φάκελος Καραγιώργη (Αθήνα, Φυτράκης, 1991), ο οποίος στο προλογικό του σημείωμα, τονίζει ότι:

«Στα υλικά του φακέλου που δημοσιεύονται στο βιβλίο αυτό, δεν αναφέρονται ονόματα ανθρώπων που έχουν κατά οιοδήποτε τρόπο εμπλακεί στην υπόθεση Καραγιώργη (ανακριτές-βοηθοί του αρχιανακριτή Ηλία Καρρά, μάρτυρες κατηγορίας, κλπ.) και βρίσκονται στη ζωή... Σκοπός αυτού του βιβλίου δεν είναι να κάνει αστυνομικό ρεπορτάζ ή να «ξεσκεπάσει» πρόσωπα που, στο κάτω-κάτω, έκαναν ότι έκαναν στο κλίμα που επικρατούσε τότε, πειθαρχώντας στην ηγεσία του κόμματός τους και, στο μεγαλύτερο μέρος τους, πιστεύοντας ότι εκπλήρωναν σοβαρό κομματικό καθήκον, σε μια στιγμή μάλιστα που το ΚΚΕ βαλλόταν από διάφορες πλευρές και με ποικίλους τρόπους ανοιχτής τρομοκρατίας ή εσωτερικής διάβρωσης».

Σε τούτη την προλογική δήλωση του Λ. Μαυροειδή (η οποία, εκτός των άλλων, αφήνει αναπάντητο το ερώτημα «γιατί έγραψε αυτό το βιβλίο;», δεδομένου ότι «δεν αναφέρει ονόματα ανθρώπων που έχουν κατά οιοδήποτε τρόπο εμπλακεί στην υπόθεση Καραγιώργη»), επαναδιατυπώνεται για πολλοστή φορά η πλέον κοινότυπη δικαιολογία που προβάλλουν οι ηθικοί και φυσικοί αυτουργοί των εγκλημάτων όλων των ολοκληρωτικών Μηχανισμών στην ιστορία (τα ενεργούμενα των οποίων «κάτω-κάτω, κάνουν ότι κάνουν, πειθαρχώντας στην ηγεσία τους»). Γι' αυτούς υπάρχει πάντοτε κάποιος «σκοπός που αγιάζει τα μέσα». Ολα τα μέσα.

Το 1991, η έκδοση του ως άνω βιβλίου («Φάκελος Καραγιώργη» του Λευτέρη Μαυροειδή που κυκλοφόρησε στις αρχές του 1991), μια συζήτηση γύρω απ' αυτή την υπόθεση (στην τηλεοπτική εκπομπή «Περιπέτειες ιδεών» του Νίκου Δήμου, ΕΤ1, 17-4-1991) και ένα εύστοχο κριτικό σχόλιο (του Γιώργου Βότση στην «Ελευθεροτυπία» στις 18-4-1991), αναζωπύρωσαν το ενδιαφέρον για τη ζωή και κυρίως για το θάνατο του Κώστα Γυφτοδήμου-Καραγιώργη, ενός από τα κορυφαία ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ που καταδικάστηκε το 1950 ως «προδότης» με ομόφωνη απόφαση του Πολιτικού Γραφείου και της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ  και δολοφονήθηκε το 1954 με εντολή του τότε Γεν. Γραμματέα του κόμματος Νίκου Ζαχαριάδη.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την επαναδημοσιεύτηκε του κειμένου αυτού στην ίδια εφημερίδα («Θεσσαλονίκη» στις 4 Μαϊου 1991, αφού έκανα μερικές διορθώσεις και συμπληρωματικές προσθήκες, οι περισσότερες από τις οποίες αφορούν τις υποσημειώσεις

Η ενασχόλησή μου με τη μελέτη των διαφόρων εκφάνσεων του ολοκληρωτισμού, με οδήγησε στη δημοσίευση αυτού του κειμένου στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη» στις 26 Φεβρουαρίου 1976, σε μια εποχή που ο «προοδευτισμός των εικονισμάτων» ξόρκιζε την αλήθεια και προσπαθούσε να γαντζωθεί στους μύθους.

Σήμερα, πάνω από μισό αιώνα μετά τη δολοφονία του Καραγιώργη, είναι άκρως απογοητευτικό να διαπιστώνει κανείς ότι ακόμα δεν μπορούν να λεχθούν με το όνομά τους ορισμένα πράγματα που έχουν διατυπωθεί με σαφήνεια ήδη από το 1976.

1. Εισαγωγή

Το Φθινόπωρο του 1954, ο Κώστας Γυφτοδήμος (Καραγιώργης) άφησε την τελευταία του πνοή στα υπόγεια απομονωτήρια της Ρουμανικής Ασφάλειας στο Βουκουρέστι.

Ο Κώστας Καραγιώργης (1905-1954), ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ, επιτελικό στέλεχος του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, διευθυντής της εφημερίδας «Ριζοσπάστης», στρατηγός του «Δημοκρατικού Στρατού» και μέλος της «Κυβέρνησης του Βουνού» κατά τον εμφύλιο πόλεμο, δολοφονήθηκε το 1954 με εντολή της ηγεσίας του ΚΚΕ, τέσσερα χρόνια μετά την ομόφωνη «πολιτική» καταδίκη του από τη 3η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ (1950) και ένα χρόνο μετά το θάνατο του «πατερούλη των λαών» Ι.Β. Στάλιν (1953), αυτού του, κατά τον χαρακτηρισμό του Λένιν, «κτηνώδη δεσμοφύλακα» της μπολσεβίκικης ορθοδοξίας. Ο κομματικός Κρόνος κατασπάραξε ένα ακόμη τέκνο του.

Τα στελέχη του παράνομου κομματικού μηχανισμού του ΚΚΕ στην Ελλάδα, πληροφορήθηκαν το θάνατο (δολοφονία) του Κώστα Καραγιώργη χρονικά τοποθετημένο στα τέλη του 1955. Οπως γράφει ο Λευτέρης Μαυροειδής, ο Κώστας Καραγιώργης «είχε πεθάνει λίγες μόλις εβδομάδες πριν από το 20ο Συνέδριο, χτυπημένος από τις αφάνταστες ψυχικές και φυσικές κακουχίες στις οποίες είχε υποβληθεί με την κατηγορία κι αυτός του προβοκάτορα και του Τιτοικού πράκτορα. Λίγο πριν πεθάνει είχε αφήσει στους συντρόφους του μαρτυρίου του, την τελευταία του παράκληση: Αν βγει κανείς γερός απ' αυτή την περιπέτειά τους, να πει στη γυναίκα του ότι δεν ήταν προδότης». [Λευτέρης Μαυροειδής: 20 χρόνια από το 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ]

2. Τα πρώτα «ολισθήματα»

Κάθε προσπάθεια για διερεύνηση της «υπόθεσης Καραγιώργη» πρέπει να ξεκινήσει από τη δεκαετία του 1920, τα νεανικά χρόνια του και τις σχέσεις του με τη νεολαία του ΚΚΕ. Γιατί σ' αυτή την περίοδο ο Κώστας Καραγιώργης διαπράττει το πρώτο του «ολίσθημά», ανοίγοντας έτσι τον κομματικό του «φάκελο»:

Κατά τη διάρκεια των φοιτητικών του χρόνων συνεργάστηκε με τον φίλο του Χαράλαμπο Δεδούση στην έκδοση του πρώτου τεύχους ενός μαρξιστικού περιοδικού με τον τίτλο «Αρχείο Μαρξισμού» (από τον τίτλο αυτού του περιοδικού θα προκύψει στη συνέχεια ο όρος «αρχειομαρξισμός» που, στις μετέπειτα εσωκομματικές συγκρούσεις, η ηγετική κλίκα θα τον καταστήσει συνώνυμο της «αίρεσης» και θα τον χρησιμοποιήσει ως μέσο εξουδετέρωσης εκείνων που την αμφισβητούν).

Στη συνέχεια, η εμπλοκή του Καραγιώργη στις έντονες συζητήσεις διαφόρων «ιστορικών» στελεχών του νεόδμητου ΚΚΕ, τα οποία κριτικάρουν την ηγεσία, το μηχανισμό και την πολιτική πλατφόρμα του, τον σπρώχνουν να απευθύνει μια εκτενή αναφορά στον Νίκο Ζαχαριάδη, που ήταν ευνοούμενος της Μόσχας και εκκολαπτόμενος μονοκράτορας του ΚΚΕ. Στην αναφορά αυτή συνόψιζε τα συμπεράσματά του από τις συζητήσεις του με τους «διαφωνούντες» και έκανε ορισμένες προτάσεις για την επίλυση των λειτουργικών προβλημάτων του κομματικού μηχανισμού.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Σπύρου Πρίφτη (Α. Στίνας), ο Ζαχαριάδης μετά την παραλαβή της αναφοράς, απαίτησε από τον Καραγιώργη «να κατονομάσει τους συντρόφους που εμφορούνται από αυτές τις ιδέες» και λίγο αργότερα τον συμβούλεψε «να εγκαταλείψει αυτά τα παιδιαρίσματα, επί ποινή διαγραφής». [Α. Στίνας: Αναμνήσεις (Βέργος, Αθήνα, 1977), τ. 1ος, σ. 164

Σημείωση: O Σπύρος Πρίφτης (A. Στίνας): μια από τις σπανιότατες γνήσια επαναστατικές και ανιδιοτελείς φυσιογνωμίες στον τόπο μας, ήταν ένα από τα πρώτα και πιό δραστήρια στελέχη του ΚΚΕ (μέχρι το 1931 που διαγράφηκε), ένας από τους πρωτεργάτες της «Αριστερής Αντιπολίτευσης» που αναπτύχθηκε στoυς κόλπους του ΚΚΕ, και ένα από τα ελάχιστα ηγετικά στελέχη του που αρνήθηκαν μέχρι το τέλος της ζωής τους να αποδεχθούν την αρχή του σκοπού που αγιάζει τα μέσα.

Η δαμόκλεια σπάθη του κομματικού ιερατείου σείεται για πρώτη φορά πάνω από το κεφάλι του Καραγιώργη: O κομματικός «ποινικός» φάκελός του έχει ανοίξει.

Σ' αυτό το φάκελο θα προστεθεί λίγο αργότερα κι ένα δεύτερο επιβαρυντικό στοιχείο, όταν ο Κώστας Καραγιώργης θα αρνηθεί μια κομματική πρόσκληση για να «φοιτήσει» στην KUTV, την ειδική Σχολή κομματικών στελεχών που λειτουργούσε στη Μόσχα κάτω από τον έλεγχο της «Τρίτης Διεθνούς».

Στην KUTV φοιτούσαν τα στελέχη των διαφόρων κομμουνιστικών κομμάτων που είχαν επιλεγεί ειδικά για κομματική σταδιοδρομία. Το πέρασμα των υποψήφιων ηγετών των κατά τόπους Κομμουνιστικών Κομμάτων από την KUTV είχε ως αποτέλεσμα την ολοκληρωτική αφομοίωσή τους στη λογική του Μηχανισμού ή τη φυσική τους εξόντωση.

Στην Ελλάδα, οι απόφοιτοι αυτής της σχολής ήταν γνωστοί ως «κούτβηδες». Μεταξύ των πρώτων «κούτβηδων» ήταν και ο Νίκος Ζαχαριάδης. Πολλοί απ' αυτούς πέρασαν αργότερα στην υπηρεσία της Ασφάλειας.

Αυτή η πρώτη αψιμαχία ανάμεσα στα δυό (τρανταχτά αργότερα) ονόματα του Ελληνικού μπολσεβίκικου πάνθεου θα βαρύνει καθοριστικά στην εξέλιξη των μελλοντικών τους σχέσεων, στο πλαίσιο των οποίων, ο Νίκος Ζαχαριάδης θα λειτουργεί ως μόνιμος και υπεράνω πάσης αμφισβητήσεως τιμητής και ο Κώστας Καραγιώργης ως διαρκώς ελεγχόμενος και απολογούμενος που προσπαθεί να αποδείξει την πίστη του στη μπολσεβίκικη «ορθοδοξία». Αυτό θα συνεχιστεί μέχρι το 1950, όταν η ζυγαριά θα γύρει οριστικά προς το μέρος του Ζαχαριάδη, ο οποίος θα μπορέσεις να χρησιμοποιήσει ως αποδιοπομπαίο τράγο τον «προδότη» Καραγιώργη.

Ο Νίκος Ζαχαριάδης και ο Κώστας Καραγιώργης, παρ' ότι διαφέρουν μεταξύ τους από την άποψη της κοινωνικής καταγωγής και της μόρφωσης, ωστόσο ανήκουν στον ίδιο τύπο ανθρώπου που χρειάζεται και διαμορφώνει ο ολοκληρωτικός Μηχανισμός. Και οι δυό γαλουχήθηκαν με τις ιδέες, τις αρχές και τις πρακτικές του Σταλινισμού και διακατέχονταν από την ίδια πίστη και αφοσίωση σ' αυτόν.

«Το ΚΚΕ γεννήθηκε και γαλουχήθηκε στην κολυμβήθρα του μαρξισμού-λενινισμού και άντρωσε και αναπτύχθηκε σε μεγάλη λαική δύναμη με τη διδασκαλία του Στάλιν», διακήρυττε ο Νίκος Ζαχαριάδης.

«Εμείς οι σταλινικοί, δηλαδή οι μαρξιστές-λενινιστές που ακριβώς επειδή είμαστε μαρξιστές-λενινιστές είμαστε και σταλινικοί», διαβεβαίωνε ο Κώστας Καραγιώργης.

Μόνο που ο Νίκος Ζαχαριάδης ήταν ένα «ξένο σώμα» για το ΚΚΕ που «μπολιάστηκε» σ' αυτό ως αρχηγός του χάρη στην επέμβαση του ΚΚΣΕ και της Τρίτης Διεθνούς (1931), ενώ ο Κώστας Καραγιώργη απ' αρχής ανδρώθηκε πολιτικά στο πλαίσιο του ΚΚΕ.

Νίκος Ζαχαριάδης (Αδριανούπολη 1903 - Ρωσία 1973):  Ηταν γιός υπαλλήλου του (τουρκικού) μονοπώλιου καπνού. Μέλος της Κομμουνιστικής Νεολαίας της Κωνσταντινούπολης. Μέλος της Ομοσπονδίας Κομμουνιστικών Νεολαίών της ΕΣΣΔ (από το 1921). Μέλος του ΚΚ Τουρκίας (από το 1923). Φοίτησε στην KUTV (1923-4) και πρωτοήρθε στην Ελλάδα στα μέσα στου 1924.

Πρωτοστάτησε στις ενδοκομματικές διαμάχες με τους Τροτσκιστές και τους Αρχειομαρξιστές και, σε μια απ' αυτές, δολοφόνησε τον Γεωργοπαπαδάτο. Συνελήφθη, καταδικάστηκε σε 18 χρόνια φυλακή. Δραπέτευσε και διέφυγε στην ΕΣΣΔ (1929), όπου έγινε μέλος του ΚΚΣΕ (1930).

Το 1931, η Τρίτη Διεθνής τον διόρισε αρχηγό του ΚΚΕ, οπότε και επέστρεψε παράνομα στην Ελλάδα. Το 1936 συνελήφθη από τη Μεταξική δικτατορία.

Μετά το 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ (1956) καθαιρέθηκε από τη θέση του και διαγράφηκε από το ΚΚΕ.

Εκτοτε έζησε εξόριστος σε απομακρυσμένες περιοχές της «ΕΣΣΔ» μέχρι το θάνατό του (1973)

Όπως διαπιστώνει ο Α. Στίνας:

«Η περίοδος του Ζαχαριάδη είναι η περίοδος της οριστικής σταλινοποίησης του κόμματος. Το κριτικό πνεύμα πρέπει να εξοστρακιστεί από το κόμμα. Τα μέλη του κόμματος πρέπει να μεταμορφωθούν σε ρομπότ, σε άβουλα δίχως σκέψη, δίχως πρωτοβουλία, απλά εκτελεστικά όργανα αποφάσεων που πήραν άλλοι, δίχως κανενός είδους δική τους συμμετοχή. Οσοι από δω και πέρα διατυπώνουν αμφιβολίες για τη γραμμή ή απόψεις διαφορετικές από τις επίσημες δεν μπορεί παρά να είναι ‘όργανα του ταξικού εχθρού’, ‘πράκτορες της Αστυνομίας’ που σκοπός τους είναι να διαλύσουν το κόμμα». [Α. Στίνας: Αναμνήσεις (Βέργος, Αθήνα, 1977), τ. 1ος, σ. 164]

Με βάση αυτή τη διαπίστωση, είναι προφανές ότι η ιστορία του ΚΚΕ ουσιαστικά εξαντλείται στις ανελέητες συγκρούσεις εκείνων που απαρτίζουν τον Μηχανισμό του. Και στις συγκρούσεις μεταξύ των γραναζιών του ολοκληρωτικού Μηχανισμού, οποιαδήποτε εκδήλωση ανθρωπιάς ή ευαισθησίας είναι στοιχείο αδυναμίας που λειτουργεί σε βάρος εκείνου που την αποτολμά.

Μέσα σ' αυτό το γενικό πλαίσιο, τα εγκλήματα του Μηχανισμού σε βάρος χιλιάδων ανθρώπινων υπάρξεων προβάλλουν ως «φυσιολογικά» και «αναγκαία». Γιατί απλούστατα, η κατασκευή του ανθρώπου «νέου τύπου» συνεπάγεται την εξόντωση του «παλιού», όπως απερίφραστα διακήρυσσαν οι πρωθιερείς του μπολσεβίκικου ολοκληρωτισμού.

3. Μέχρι το 1940

Στα χρόνια που προηγήθηκαν της Μεταξικής δικτατορίας (1936), ο Καραγιώργης ασχολείται με τις σπουδές του στην ιατρική σχολή και την κομματική δουλειά, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και η δημοσιογραφία. Ετσι προετοιμάζεται το μεσουράνημα του «Καρλ Ράντεκ της Ελλάδας», όπως χαρακτηρίζει τον Καραγιώργη ο κομματικός ιστορικός Τάσος Βουρνάς. Το άστρο του Καραγιώργη και η εξέλιξή του στην ιεραχία του μηχανισμού, ανεβαίνουν παράλληλα.

Το 1936, η δικατορία του Μεταξά διαλύει «εν μιά νυκτί» το μύθο του παντοδύναμου κομμουνιστικού κόμματος. Η σύγκρουση της Ελληνικής παρωδίας του φασιστικού ολοκληρωτισμού με το κομμουνιστικό αντίστοιχό του, θα αποβεί καταστροφική για το δεύτερο. Οι φυλακές και τα ξερονήσια θα γεμίσουν με τους πολιτικούς αντιπάλους του ιστορικού τραγέλαφου του καθεστώτος του «τρίτου Ελληνικού πολιτισμού». Κι ανάμεσα σ' αυτούς θα είναι από το 1937 και ο Κώστας Καραγιώργης.

Στη φυλακή, την εξορία ή την εμιγκράτσια, τα προβλήματα που δημιοργούνται από την αναγκαστική συμβίωση ατόμων πολύ διαφορετικών μεταξύ τους, αντιμετωπίζονται σχετικά πιο εύκολα στα πλαίσια των ομάδων που τις χαρακτηρίζει κάποια «ταυτότητα ιδεών». Η έλλειψη αυτής της «ταυτότητας» δίνει αφορμή στην ευκολότερη εκδήλωση των υφιστάμενων αντιθέσεων και διαφορών και οδηγεί σε οξύτερες αντιδικίες και συγκρούσεις.

Ομως, παντού όπου υπάρχουν «εγκλωβισμένοι» (και ιδιαίτερα, πολιτικοί κρατούμενοι παγιδευμένοι σ' ένα ιδεολογικό μικρόκοσμο) διαπιστώνεται η ύπαρξη μιας κλειστής κάστας ιεροφαντών που κανοναρχεί τα πάντα: Από τα απλούστερα ζητήματα της διατροφής μέχρι τα πιό σύνθετα προσωπικά, ιδεολογικά, συναισθηματικά ή σεξουαλικά ζητήματα των «εγκλωβισμένων». Κι όσο πιο μικρή και κλειστή είναι η «ομάδα συμβίωσης», τόσο πιο έντονα καταπιεστικά εκδηλώνεται η παρουσία του μηχανισμού που συγκροτούν οι φορείς της κομματικής εξουσίας στο εσωτερικό της ομάδας.

Το 1940 στην Κίμωλο, οι κομματικοί καθοδηγητές μέσω του Μιλτιάδη Πορφυρογένη, θα φροντίσουν για την υπονόμευση και το διασυρμό του Καραγιώργη, με αφορμή τις σχέσεις του με μιά συνεξόριστή του. (!) Παρεμβαίνοντας σε μια καθαρά προσωπική υπόθεση, το «καθοδηγητικό όργανο» διερευνά αυτή την (κατα την ξύλινη κομματική γλώσσα) «σεξουαλική παράβασh» του Καραγιώργη και τον αποκλείει από την «ομάδα συμβίωσης» των εξορίστων, προσθέτοντας έτσι ένα ακόμη «επιβαρυντικό στοιχείο» στον κομματικό του φάκελο.

Σημείωση: Μιλτιάδης Πορφυρογένης. Mέλος του Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ. Επιτελικό στελέχος του ΕΑΜ και υμνητής του Τσώρτσιλ τον οποίο αποκαλούσε -μεταξύ των άλλων και «ατρόμητο αρχηγό της Μεγάλης Βρετανίας» σ' ένα τηλεγράφημα του ΚΚΕ, του ΕΑΜ και της ΠΕΕΑ προς τον Αγγλο πρωθυπουργό, στις 16-5-1944 (το πλήρες κείμενο του τηλεγραφήματος παρατίθεται από τον Γ. Αθανασιάδη στο βιβλίο του Πρώτη Πράξη της Ελληνικής Τραγωδίας, εκδόσεις «Ελεύθερη Ελλάδα» του ΚΚΕ-Εσωτ., 1970 , σ. 201). Ο ίδιος άνθρωπος, κατά την 3η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ (1950), ψήφισε την (ομόφωνη) απόφαση καταδίκης του Καραγιώργη, ξέροντας ότι μιά τέτοια καταδικαστική ψήφος ισοδυναμεί με συναίνεση στη δολοφονία του κομματικού του συντρόφου.

4. Ο κομματικός Μηχανισμός και η «Λογική» του

Η «διαλεκτική» των εσωκομματικών εκκαθαρίσεων που αποτελεί οργανικό στοιχείο των κομμουνιστικών κομμάτων, λειτουργεί με μια δική της εσωτερική λογική η οποία κατατείνει στην εκ των υστέρων αναγκαστική «δικαίωση» όλων των καταδικαστικών αποφάσεων που παίρνονται από την εκάστοτε κομματική ηγεσία. Αυτή η «δικαίωση» στηρίζεται στο αποκλειστικό δικαίωμα της εκάστοτε ηγετικής ομάδας να «επανερμηνεύει» κατά βούληση, αυθαίρετα και ανεξέλγκτα, τα στοιχεία του κομματικού φακέλου του υπό εκκαθάριση μέλους του κόμματος, με τρόπο ώστε να ανάγονται σε ενοχοποιητικά ή τουλάχιστον ύποπτα όλα τα περιστατικά που συνθέτουν το βίο και την πολιτεία του.

Από την εποχή της Ιερής Εξέτασης, που αποτέλεσε το αξεπέραστο οργανωτικό και λειτουργικό πρότυπο όλων των ολοκληρωτικών Mηχανισμών μέχρι σήμερα, αυτή η ιδιότυπη «επανερμηνεία» των στοιχείων της ζωής του κρινόμενου και η εκ των υστέρων «θεμελίωση» της ενοχής του πάνω σ’ αυτή την επανερμηνεία, περνάει πάντοτε από τρεις διακριτές φάσεις:

Στην πρώτη επιχειρείται η «κριτική» αμφισβήτηση των πράξεων, των κινήτρων και των προθέσεων του υπό εκκαθάριση ατόμου.

Στη δεύτερη μεθοδεύεται συστηματικά η ηθική υπονόμευσή του, που επιβεβαιώνεται με τις εξευτελιστικές «παραδοχές» και «ομολογίες» του, οι οποίες αποσπώνται με βασανιστήρια. Στην τρίτη διατυπώνεται η τελική κατηγορία, η οποία επιβάλεται έτσι ως «αυταπόδεικτη» και, συνεπώς, είναι αδύνατο να αντικρουστεί με λογικά επιχειρήματα.

Από κεί και πέρα, το λόγο έχουν οι δικαστές-δήμιοι του ολοκληρωτικού Μηχανισμού και στη συνέχεια η πυρά, το εκτελεστικό απόσπασμα ή η σφαίρα στον αυχένα.

Αυτή η μεθοδολογία εφαρμόστηκε με απόλυτη επιτυχία από τον μπολσεβίκικο ολοκληρωτισμό ευθύς μόλις κατέλαβε την εξουσία στη Ρωσία (1917) και έφτασε στο αποκορύφωμά της κατά τη δεκαετία του 1930, με την γιγάντια επιχείρηση που αποσκοπούσε στην ολοκληρωτική κατατρομοκράτηση και καθυπόταξη της ρωσικής κοινωνίας, η οποία πέρασε στην ιστορία ως περίοδος των «δικών της Μόσχας», της «μεγάλης τρομοκρατίας» ή της «παραβίασης της σοσιαλιστικής νομιμότητας». [Πρόκειται για ευφημισμό που αποσκοπεί να περιορίσει το όλο θέμα στη δίωξη και την εξόντωση της «παλιάς φρουράς» των μπολσεβίκων και να αποκρύψει το γεγονός ότι επρόκειτο για μιά περίοδο Καθολικής Τρομοκρατίας, η οποία έπληξε καίρια ολόκληρη τη Ρωσική κοινωνία και όχι μόνο την «παλαιά φρουρά» των μπολσεβίκων που, ας σημειωθεί, εξοντώθηκε αρκετά χρόνια μετά τον πλήρη συμβιβασμό της με τον Στάλιν].

Κι όπως ήταν φυσικό, η ίδια μεθοδολογία εφαρμόστηκε κι από τον ελληνικό βραχίονα του μπολσεβίκικου κινήματος, σε μια σωρεία περιπτώσεων ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζουν αυτές των Αρη Βελουχιώτη, Γιώργου Σιάντου, Μάρκου Βαφειάδη, Μήτσου Παρτσαλίδη, Νίκου Πλουμπίδη, κ.α. H ίδια μεθόδευση εφαρμόστηκε και στην περίπτωση του Κώστα Καραγιώργη:

Αρχικά, οι απλές συζητήσεις και οι προβληματισμοί του για την πολιτική του ΚΚΕ ερμηνεύθηκαν ως «αιρετικά» και «αμφισβητησιακά» στοιχεία, γιατί η αμφισβήτηση αποτελεί έγκλημα καθοσίωσης για κάθε Μηχανισμό που στηρίζει την ύπαρξή του στην άκριτη και απόλυτη κατάφαση εκείνων που τον απαρτίζουν.

Στη συνέχεια, οργανώθηκε η ηθική του εξόντωση με την αυθαίρετη και κατά το δοκούν «επανερμηνεία» διαφόρων περιστατικών της κομματικής και της προσωπικής τους ζωής, σε συνδυασμό με τον σκόπιμο υπερτονισμό κάποιων επιλεγμένων αποσπασμάτων από τις «ομολογίες» που του αποσπάσθηκαν με διάφορα ψυχικά και σωματικά βασανιστήρια, τις μόνες μεθόδους που αναγνωρίζει και εφαρμόζει κάθε ηγεσία των κομμουνιστικών κομμάτων που είναι άξια του «ιστορικού» της ρόλου.

Από κεί και πέρα, η εκτέλεση της προαποφασισμένης δολοφονίας του ήταν απλώς ζήτημα χρόνου.

5. Αρχές της δεκαετίας του 1950

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 με την παγίωση του στάτους κβό που προέκυψε από το «Μεγάλο Παζάρι» της Μόσχας (Οκτώβριος 1944) και επικυρώθηκε με τη «Συμφωνία της Γιάλτας» (Φεβρουάριος 1945), ο Ψυχρός Πόλεμος βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη.

Στο δυτικό κόσμο, ο Μακαρθισμός κατασκευάζει και ξορκίζει την «απειλή της κομμουνιστικής υπονόμευσης» με τις γνωστές διωκτικές μεθόδους του, ενώ στις ανατολικές χώρες (τις υπό ρωσική κατοχή «λαικές δημοκρατίες»), η διαπάλη για τον έλεγχο του Μηχανισμού στο εσωτερικό των κομμουνιστικών κομμάτων που μόλις πριν λίγο κατέλαβαν την εξουσία, διεξάγεται στ' όνομα της αντιμετώπισης της «απειλής της καπιταλιστικής παλινόρθωσης» η οποία κατασκευάζεται και ξορκίζεται με την αναβίωση των τρομοκρατικών δικών της δεκαετίας του 1930.

Το μεταπολεμικό «κυνήγι των Μαγισσών» που σηματοδοτεί τη δεύτερη φάση της διαδικασίας για την εμπέδωση της κυριαρχίας των μηχανισμών της ολοκληρωτικής εξουσίας στην Ανατολική Ευρώπη, αποτελεί φυσική συνέχεια του φρικαλέου μαραθώνιου των εκκαθαρίσεων που εγκαινίασε ο Λένιν και ο Τρότσκι και ακολούθησε με βιομηχανική «συνέπεια» ο Στάλιν.

Μετά το 1948, με αφορμή την «ανταρσία» του κομμουνιστή δικτάτορα Τίτο κατά του ρωσικού ιμπεριαλισμού, εξαπολύθηκε ένα κύμα τρομοκρατικών εκκαθαρίσεων που έπληξε χιλιάδες μέλη και στελέχη των κομμουνιστικών κομμάτων της Ανατολής και της Δύσης:

Συλλήψεις, βασανιστήρια, κατηγορίες αδιανόητες και παράλογες, ομολογίες-αυτοκαταδίκες που είναι αδύνατο να ερμηνευτούν λογικά, δίκες-παρωδίες, καταδίκες, εκτελέσεις-δολοφονίες, εγκλεισμοί σε φυλακές, στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας και θανάτου και ψυχιατρεία. Επρόκειτο για μια μεγάλη εξουσιοφρενική επιχείρηση διαμέσου της οποίας επιτυγχάνονταν η διανοητική καθυπόταξη και η βιολογική εξόντωση χιλιάδων ανθρώπινων υπάρξεων.

Είναι κοινή διαπίστωση ότι στο εσωτερικό κάθε ολοκληρωτικού Μηχανισμού διεξάγεται ακατάπαυστα μια λυσσαλέα και χωρίς αρχές διαπάλη για την εξουσία μεταξύ των διαφόρων ομάδων της ηγετικής συμμορίας, οι οποίες διαμορφώνονται και ανασυντίθενται στη βάση κάποιας συγκυριακής πολιτικής συμφωνίας και της σύμπτωσης ορισμένων προσωπικών συμφερόντων.

Στο ΚΚΕ, η επιχειρηση αυτή, που εκδηλώθηκε ως αναγκαίος συμπληρωματικός απόηχος των τραγικών αλληλοσφαγών που συγκλόνιζαν τα άλλα «αδελφά» κόμματα, είχε ως αποτέλεσμα έναν απροσδιόριστο αριθμό νεκρών ή σωματικά και ηθικά αναπηρωμένων ανθρώπινων υπάρξεων: Συλλήψεις, καταδίκες, ατομικές εκτελέσεις και μαζικές δολοφονίες. Ο κομματικός Κρόνος είναι αδηφάγος.

6. Βουκουρέστι : Το στήσιμο της παγίδας

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, η διεθνής πολιτική κατάσταση δεν άφηνε κανένα περιθώριο αισιοδοξίας. Στη Ρουμανία, όπως και σε όλες τις άλλες υπό ρωσική κατοχή «λαϊκές δημοκρατίες», κυριαρχούσε μια καλλιεργημένη πνιγηρή ατμόσφαιρα γενικής αλληλοϋποψίας που ευνοούσε την αναγωγή της κατάδοσης σε υπέρτατη αυτοαμυντική αρετή. Ενας αποπνικτικός έλεγχος είχε επιβληθεί σε όλους τους τομείς της ζωής, δημόσιας και ιδιωτικής και οι μυλόπετρες του ολοκληρωτισμού αποσυναρμολογούσαν τα οστά, τις σάρκες και το μυαλό του «παλιού» ανθρώπου για να παράγουν ένα «νέο τύπο» του.

Στο Βουκουρέστι, στον ήσυχο και ασφυκτικά ελεγχόμενο δρόμο που φιλοξενούσε τις πρεσβείες της Γαλλίας και της Γιουγκοσλαβίας, έστησαν παγανιά στον «προδότη» Καραγιώργη οι κομματικοί σύντροφοι-αντίπαλοί του. Ηταν φανερό πως ο μονοκράτορας γενικός γραμματέας του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης είχε αποφασίσει να ξεμπερδέψει οριστικά με τον «ενοχλητικό» Κώστα Καραγιώργη που αρνούνταν να αναλάβει «οικειόθελα» το ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου για την εγκληματική διαχείριση και την τραγική κατάληξη του εμφυλίου πολέμου που βάρυνε τον ίδιο και την «αυλή» του.

Η παγίδα ήταν καλά στημένη. Σύμφωνα με αφηγήσεις κομματικών στελεχών που ζήσανε τα γεγονότα, εμπνευστής και οργανωτής της ήταν ο Πολύδωρος Δανιηλίδης, ένα ικανό και αδίστακτο κομματικό στέλεχος με στοιχειώδη παιδεία, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, που είχε τυφλή πίστη στον ολοκληρωτικό Μηχανισμό και ήταν απόλυτα αφοσιωμένος στον αρχηγό του Νίκο Ζαχαριάδη.

«Οι συγκρούσεις στο εσωτερικό του κόμματος υπάρχουν, αλλά διατηρούνται κρυφές. Δεν τις μαθαίνει η βάση του κόμματος που έτσι αγνοεί και τον αγώνα που διεξάγεται στην κορυφή», γράφει ο Ιταλός θεωρητικός Λούτσιο Κολέτι. Πρόκειται για μια ανελέητη σύγκρουση για τον έλεγχο του Μηχανισμού, μια συνεχή λυσσαλέα διαπάλη για την εξουσία, που μόνο μέσα στο πλαίσιό της θεωρώ ότι μπορεί να αναλυθεί και η διαμάχη Ζαχαριάδη και Καραγιώργη. Γι' αυτό θα ήταν χρήσιμο ένα «φλάς-μπακ».

Ο Κώστας Καραγιώργης ξεκίνησε από τις γραμμές της νεολαίας του ΚΚΕ και μέσα σε μια 20ετία έφτασε στα ανώτερα αξιώματα του κόμματός του: Μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, διευθυντής του δημοσιογραφικού του οργάνου («Ριζοσπάστης») και υπουργός στην κομμουνιστική «κυβέρνηση του βουνού».

Φυσικά μιά τέτοια πορεία δε μπορεί να είναι ομαλή και αδιατάρακτη. Σε αρκετές περιπτώσεις ο Καραγιώργης ήρθε σε σύγκρουση με την αυθεντία της κλειστής ηγετικής κλίκας που ελέγχει το Μηχανισμό:

● Kατά τη νεανική του ηλικία με τις επαφές του με την «αριστερή αντιπολίτευση» που συσπείρωνε τον ανθό της τότε κομματικής διανόησης.

● Αργότερα με την προσπάθεια των συντρόφων του να τον υπονομεύσουν κατά τη διάρκεια της εξορίας του στην Κίμωλο επί Μεταξικής δικτατορίας. Και τέλος,

● Στη δεκαετία 1940-1950, με την εκδήλωση όλο και πιό «αιρετικών» τάσεων.

Ολα αυτά τον καθιστούσαν ιδεώδη για το ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου που χρειαζόταν ο Ζαχαριάδης και η αυλή του μετά τη στρατιωτική ήττα του ΚΚΕ στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο (1946-1949).

Η διαδρομή αυτή σκιαγραφείται μέσα από τις επιστολές που απευθύνει κατά καιρούς ο Κώστας Καραγιώργης στην ηγεσία του κόμματός του και στον Νίκο Ζαχαριάδη προσωπικά. Σ' αυτές τις επιστολές, οι αρχικές παρατηρήσεις του Καραγιώργη για θέματα καθημερινής πολιτικής πρακτικής, υποκαθίστανται βαθμιαία από το αίτημα της «αποκατάστασης των δημοκρατικών κανόνων λειτουργίας του κόμματος».

Ανάμεσα στα γράμματα-αναφορές και στα γράμματα-αιτήματα μεσολαβούν πέντε περίπου χρόνια (1945-1949) που σφραγίζονται από την ολέθρια για το ΚΚΕ «Συμφωνία της Βάρκιζας» (Φεβρουάριος 1945), τη «λευκή τρομοκρατία» (1945-46), τον εμφύλιο πόλεμο (1946-49) και τη στρατιωτική συντριβή του ΚΚΕ (1949).

Πρόκειται για μια πενταετία «λαθών», αποτυχιών και εγκλημάτων της ηγεσίας του ΚΚΕ, για τα οποία πρέπει να βρεθούν οι κατάλληλοι αποδιοπομπαίοι τράγοι που θα αναλάβουν το βάρος της ευθύνης όλων των δεινών που έπληξαν το ΚΚΕ εξαιτίας της προφανούς ανεπάρκειας της ημιαναλφάβητης ηγεσίας του, με τρόπο ώστε να παραμείνει αλώβητο το «κύρος» και η μυθολογία που περιβάλλει αυτή την ηγεσία.

Πράγματι, από την επόμενη της στρατιωτικής συντριβής του ΚΚΕ, ο αδιαμφισβήτος καθοδηγητης του Νίκος Ζαχαριάδης αποδύθηκε σε μια εναγώνια προσπάθεια αναζήτησης αποδιοπομπαίων τράγων. Και προετοίμασε το έδαφος με το λόγο του στην 7η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ (Μάιος 1950), όπου εξαπέλυσε επίθεση εναντίον του Τίτο, «των Τιτοικών πρακτόρων στην Ελλάδα και των μοναρχοφασιστών συμμάχων τους», αλλά απέφυγε να αναφερθεί σε συγκεκριμένα πρόσωπα. Αυτό θα το κάνει λίγο αργότερα, όταν θα έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία της κατασκευής των αποδιοπομπαίων τράγων στους ώμους των οποίων θα μετατεθούν όλες τις ευθύνες της ήττας.

Μ' αυτό τον τρόπο ο παντοδύναμος γραμματέας του ΚΚΕ πέτυχε με μια βολή δυό στόχους:

● Πρώτο, απέσεισε από τις πλάτες του τις τεράστιες προσωπικές του ευθύνες για τη συντριβή του ΚΚΕ στο στρατιωτικό πεδίο. Και

● Δεύτερο, απαλλάχτηκε οριστικά από το κομματικό δυναμικό που θα μπορούσε να αποτελέσει μια εναλλακτική λύση στην κρίση της εξουσίας που ξέσπασε στο ΚΚΕ εξ'αιτίας αυτής της ήττας.

Σ' αυτή τη φάση, ξαναβγήκαν στην επιφάνεια οι διαβόητοι «κομματικοί φάκελοι» (για τους οποίους επανειλημμένα εκφράστηκε με απέχθεια ο Μάρκος Βαφειάδης), προκειμένου να στοιχειοθετηθεί η «ενοχή» των στελεχών που επιλέχθηκαν για το ρόλο του αποδιοπομπαίου. Ανάμεσα τους συγκαταλλεγόταν και ο φάκελος του Κώστα Καραγιώργη, για τον οποίο «τα πάντα «αποδείκνυαν» το ολοφάνερο γεγονός ότι επρόκειτο για έναν «αιρετικό» από ανέκαθεν.

Κι όπως είναι γνωστό, στο κλειστό σχιζοφρενικό σύμπαν του ολοκληρωτισμού είναι εξαιρετικά ασαφής και απροσδιόριστη η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον «αιρετικό» και τον «προδότη».

7. Αιρετικός; Οχι. Προδότης

Οι πέντε μήνες που μεσολάβησαν μεταξύ της 7ης Ολομέλειας (Μάιος 1950) και της 3ης Συνδιάσκεψης του ΚΚΕ (Οκτώβριος 1950), χαρακτηρίζονταν από ένα όργιο ανεπίσημων, ημιεπίσημων και επίσημων καταγγελιών που οργανώθηκαν από τη «ζαχαριαδική τρόϊκα» των Γιώργου Γούσια, Βασίλη Μπαρτζώτα και Δημήτρη Βλαντά εναντίον των Μάρκου Βαφειάδη, Μήτσου Παρτσαλίδη, Χρύσας Χατζηβασιλείου, Κώστα Καραγιώργη, Λευτέρη Αποστόλου, Θανάση Χατζή, Ρουμελιώτη, Παναγιώτη Μαυρομάτη, Παύλου Νεφελούδη και δεκάδων άλλων.

Ετσι δημιουργηθήκε το κατάλληλο ψυχολογικό κλίμα που θα επιτρέψει στην κλειστή ηγετική κλίκα να χρησιμοποιήσει ορισμένους απ' αυτούς ως μέσο καταδίκης εκείνων που έχουν προεπιλεγεί ως αποδιοπομπαίοι τράγοι:

Τα στελέχη του ολοκληρωτικού Μηχανισμού που βαρύνονται με αόριστες κατηγορίες και υπαινικτικές υποψίες, είναι πάντοτε πρόθυμα να υπερψηφίσουν οικειοθελώς την καταδίκη οιουδήποτε, προκειμένου να ετσι να «αποδείξουν» τη δική τους «αθωώτητα» και να σώσουν τη ζωή τους.

Σ' ένα κείμενό του με τίτλο «Προς την 3η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ», το οποίο εκδόθηκε από την Κεντρική Επιτροπή αυτού του κόμματος τον Οκτώβριο του 1950, ο Βασίλης Μπαρτζώτας γράφει:

«Οι απόψεις των Μάρκου, Παρτσαλίδη, Χρύσας, Καραγιώργη και Αποστόλου είναι τυπική εκδήλωση του δεξιού ρεβιζιονισμού και εμφανίστηκαν μέσα στις δυσκολίες του ένοπλου αγώνα και έπειτα από την προσωρινή μας ήττα». [Β. Μπαρτζώτας: Προς την 3η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ, Εκδοτικό της ΚΕ του ΚΚΕ, Οκτώβριος 1950, σ. 12].

Και λίγο πιο κάτω, αφού κοσμεί τον Καραγιώργη με τους συνήθεις κομμουνιστικούς υβριστικούς χαρακτηρισμούς «Πράκτορας, τυχοδιώκτης, αριβίστας, προδότης, υποκείμενο, προβοκάτορας, μηδενικό, κ.α.», [Β. Μπαρτζώτας: Προς την 3η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ, Εκδοτικό της ΚΕ του ΚΚΕ, Οκτώβριος 1950, σ. 19], αυτός ο ημιαναναλφάβητος κέρβερος της της «κομματικής ορθοδοξίας» (δηλαδή, της εξουσίας του και του βιοπορισμού του) σημειώνει:

«Σωστή πολιτική στελεχών είχε το ΚΚΕ και η καθοδήγησή του στο δεύτερο ένοπλο αγώνα. Την πολιτική αυτή τη χτύπησαν με λύσσα τα οππορτουνιστικά στοιχεία και ο προβοκάτορας Καραγιώργης. Αυτός παρουσιάζεται σήμερα υπέρμαχος της ‘εσωκομματικής δημοκρατίας’ και με τη χαφιέδικη πλατφόρμα του ‘εξυγιαντής’ του ΚΚΕ...

Το Κόμμα εξετάζει σήμερα τη χαφιέδικη δράση του Καραγιώργη που ασφαλώς είναι παλιά, εκδηλώνεται με τις εγκάρδιες σχέσεις του στην πρώτη κατοχή με τον Αγγλο Εντι και Γουντχάουζ, τα συναγελάσματά του με το Κολωνάκι στα 1946-7, και την αποτελειώνει με το καταστροφικό του έργο στο ΚΓΑΝΕ (Κλιμάκιο Γενικού Αρχηγείου Νότιας Ελλάδας) του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας». [Β. Μπαρτζώτας: Προς την 3η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ, Εκδοτικό της ΚΕ του ΚΚΕ, Οκτώβριος 1950, σ. 35].

Μετά την ολοκλήρωση του μετασχηματισμού του «αιρετικού» σε «προδότη», στήθηκε η θεατρική παράσταση του ξεσκεπάσματος και της καταδίκης του στο κτίριο του ΚΚ Ρουμανίας που ήταν πάντα διαθέσιμο ως σκηνικός χώρος για τέτοιες παραστάσεις.

Η πανελλήνια «πρώτη» του έργου «3η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ» ορίστηκε για τον Οκτώβριο του 1950. Η παγκόσμια «πρώτη» της είχε προηγηθεί με τα αλλεπάλληλα κύματα των εκκαθαρίσεων που έπληξαν το ρωσικό λενινιστικό κόμμα «νέου τύπου» και τα «αδελφά» του κομμουνιστικά κόμματα όλου του κόσμου.

Μετά την «τακτοποίηση» των θλιβερών ηθοποιών (που λειτουργούσαν ως μαριονέτες και δήμιοι στην υπηρεσία της ηγετικής κλίκας του ΚΚΕ), η ζαχαριαδική τρόικα διατύπωσε ένα φοβερό κατηγορητήριο, φορτώνοντας στους ώμους κάποιων κομματικών στελεχών τις ευθύνες για την ήττα του ΚΚΕ στον εμφύλιο πόλεμο (1946-9). Ανάμεσα σ' αυτούς και ο Κώστας Καραγιώργης που καταγγέλθηκε ανοικτά πλέον ως «προδότης»:

«Ο εξωμότης Κώστας Γυφτοδήμος-Καραγιώργης που όπως φαίνεται, από παλιά είναι πράκτορας,

Το 1924, διαγράφηκε από την Κομμουνιστική Νεολαία και για δεύτερη φορά το 1930 με πρόταση του αντιπροσώπου της Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Το 1927, στο κράτησε αισχρή στάση. Ιδιώτευε για ένα μεγάλο διάστημα.

Το 1929, είναι μέλος της τριμελούς τροτσκιστικής ομάδας Πρίφτη, Βλάχου και Θεμελή.

Από το 1930-1937 είναι στο εξωτερικό.

Το 1937 στην Αίγινα δυσανασχετεί ενάντια στο κόμμα γιατί δεν του δίνει οδηγία να κάνει δήλωση για να βγεί να δουλέψει.

Και μετά, στην εξορία αποκλείεται από την κομματική οργάνωση Κιμώλου γιατί κάνει διαπραγματεύσεις με τον Μανιαδάκη για να κάνει δήλωση μετανοίας.

Μικροαστός, διανοούμενος, στοιχείο τυχοδιωκτικό και φιλόδοξο, είναι ικανός να πατήσει πάνω σε πτώματα για να ανέβει.

Γίνεται φίλος με τους Αγγλους ταξίαρχους Εντι και Γουντχάουζ και άλλους Εγγλέζους πράκτορες, έχει σχέσεις με τους κύκλους της Ιντέλιντζενς Σέρβις στην Αθήνα.

Οπου πάει διαλύει τις κομματικές οργανώσεις και συγκεντρώνει γύρω του ύποπτα και τυχοδιωκτικά και αντικομματικά στοιχεία.

Είναι ο κύριος υπεύθυνος για την κατάσταση στο ΚΓΑΝΕ και για την απώλεια περίπου 6.000 ανταρτών». [Β. Μπαρτζώτας: Ομιλία στην 3η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ, Εκδοτικό της ΚΕ του ΚΚΕ, Οκτώβριος 1950].

Αυτό το μικρό απόσπασμα από τον παραληρηματικό μονόλογο του Βασίλη Μπαρτζώτα (που επανέλαβαν στερεότυπα όλοι οι μετά απ’ αυτόν «ρήτορες) συνθέτει την ακραιφνώς κομμουνιστική Ζαχαριαδική αντίληψη της «επανερμηνείας» των στοιχείων του κομματικού φακέλου του εσωκομματικού αντιπάλου. Οταν εξαντλήθηκαν όλοι οι δεύτεροι και τρίτοι ρόλοι, το λόγο πήρε ο αδιαμφισβήτητος πρωταγωνιστής, ο μέγας αρχιερέας του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης και διατύπωσε την τελική απόφαση που αμέσως επικυρώθηκε ομόφωνα από το άθυρμα των κομπάρσων και των γελωτοποιών του.

Στις ομιλίες του Β. Μπαρτζώτα και των άλλων «συντρόφων» στην 3η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ (Οκτώβριος 1950), η γλώσσα είναι αντάξια του ήθους και της διανοητικής εμβέλειας του ομιλούντος και των ομοίων του. Ωστόσο είναι προφανές ότι όταν ο κ. Μπαρτζώτας κατηγορεί τον αντίπαλό του ότι είναι «μικροαστός, διανοούμενος, στοιχείο τυχοδιωκτικό και φιλόδοξο, ικανός να πατήσει πάνω σε πτώματα για να ανέβει», δεν κάνει τίποτε άλλο από το να περιγράφει με θαυμαστή ακρίβεια το τυπικό πορτραίτο των κομμουνιστών ηγετίσκων, εάν φυσικά αντικατασταθεί ο χαρακτηρισμός «μικροαστός διανοούμενος» με τα πολύ εύστοχα επίθετα «ανεπάγγελτος» και «ημιαναλφάβητος».

8. Ομόφωνη απόφαση καταδίκης

Η επίτευξη των περιβόητων ομοφωνιών στα διάφορα «συλλογικά» όργανα κάθε ολοκληρωτικού μηχανισμού είναι ένα σταθερά επαναλαμβανόμενο φαινόμενο που από ερμηνευτική άποψη ανάγεται στη σφαίρα της ψυχοπαθολογίας. Ομως, πέρα απ' αυτή τη γενική τοποθέτηση, μια αντίληψη στοιχειώδους πολιτικής και ιστορικής ευθύνης επιβάλλει κάποια αναφορά στη σύνθεση των συνάξεων που στοιχίζουν ανθρώπινες ζωές.

Εν προκειμένω, στη σύνθεση της 3ης Συνδιάσκεψης του ΚΚΕ (1950), που στοιχίσε τη ζωή του Κώστα Καραγιώργη, συμμετείχαν τα μέλη της Κεντρική Επιτροπής, η οποία είχε «εκλεγεί» από το 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ (5-10-1945) και αυτά που είχαν «προσληφθεί» στην Κεντρική Επιτροπή με «κοοπτάτσια» μεταξύ 1945 και 1950. [«Κοοπτάτσια»: Στην κομματική γλώσσα υποδηλώνει κάτι μεταξύ «πρσλήψεως» και «διορισμού»]. Ανάμεσά τους ήταν και οι:

● Ζαχαριάδης Νίκος

● Βλαντάς Δημήτρης

● Βοντίτσιος Γιώργος (Γούσιας)

● Δανιηλίδης Πολύδωρος

● Καπέτα-Σκύφτη Αλέγρα

● Καρράς Ηλίας

● Κούκουλου Ρούλα

● Λουλές Κώστας

● Μαυρομάτης Παναγιώτης

● Μπαρτζώτας Βασίλης

● Παρτσαλίδου Αύρα

● Ρούσος Ρούσος

● Στρίγγος Λεωνίδας

● Τρικαλινός Γιώργος

● Φλωράκης Χαρίλαος

● Χατζής Θανάσης,

Η απόφαση της καταδίκης του Καραγιώργη πάρθηκε ομόφωνα. Μια ματιά στον παραπάνω κατάλογο είναι αρκετή για να δικαιολογήσει την παράθεσή του και να υπενθυμίσει πως όλοι εκείνοι που συμμετείχαν στην εγκληματική φαρσοκωμωδία της 3ης Συνδιάσκεψης του ΚΚΕ (1950), έχουν ένα ανεξόφλητο προσωπικό χρέος απέναντι στην αλήθεια και την ιστορία. Και το χρέος αυτό απορρέει από το γεγονός της προσωπικής τους συμμετοχής στη διαμόρφωση της ομόφωνης καταδίκης και της συνακόλουθης δολοφονίας του Κώστα Καραγιώργη.

Θεωρητικά, όσοι απ' αυτούς βρίσκονται ακόμη στη ζωή θα μπορούσαν να ξοφλήσουν ένα ελάχιστο μέρος αυτού του χρέους τους, συμβάλλοντας στη διαύγαση των γεγονότων, αποκαθιστώντας την ιστορική αλήθεια και αναλαμβάνοντας το μερίδιο της ευθύνης και της ενοχής που τους αναλογεί. Αλλά στην πράξη, κάτι τέτοιο είναι αδύνατο με δεδομένο τον τύπο του «ανθρώπου» που χρειάζεται και διαμορφώνει ο ολοκληρωτικός μηχανισμός.

9. Η σύλληψη

Σύμφωνα με τις υπάρχουσες μαρτυρίες, ο Καραγιώργης αντέδρασε στην πολιτική καταδίκη του, συνελήφθη πάραυτα, υπέστη μια πρώτη κακοποίηση από τους συντρόφους του και τέθηκε σε απομόνωση απ' όπου απέδρασε λίγο αργότερα. Στο μικρό διάστημα ανάμεσα στη δραπεύτευση και τη δεύτερη σύλληψή του, περιφερόταν στα δάση των περιχώρων και τα πάρκα του Βουκουρεστίου και επισκεπτόταν κάποιους φίλους του.

Κατά μία ανεπιβεβαιώτη εκδοχή, ο Καραγιώργης είπε στους φίλους του που τον φιλοξενούσαν, ότι πρόκειται να μεταβεί στη Μόσχα μαζί με τον Ζαχαριάδη για να ζητήσουν την προσωπική επέμβαση του Στάλιν προκειμένου να αποκατασταθεί η τάξη στο ΚΚΕ. Εφυγε από το σπίτι και δεν ξαναγύρισε ποτέ.

● Η αξιοπιστία αυτής της εκδοχής υπονομεύεται από το γεγονός ότι ήταν αδιανόητο το ενδεχόμενο να συνταξιδεύσουν στη Μόσχα ο παντοδύναμος αρχηγός του ΚΚΕ και ένα ηγετικό του στέλεχος που είχε καταγγελθεί επισήμως ως «πράκτορας» και «προδότης».

● Εάν όμως, αληθεύει, τότε η μόνη δυνατή ερμηνεία της είναι ότι επρόκειτο για παγίδα που στήθηκε από τον Ζαχαριάδη.

● Ωστόσο, είναι άξιος επισήμανσης ότι ο λόγος για τον οποίο θα επισκέπτονταν τον Στάλιν οι δυό Ελληνες κομμουνιστές ήταν «η αποκατάσταση της τάξης στο ΚΚΕ», γιατί επιβεβαιώνεται το γεγονός ότι εκείνη την περίοδο το ΚΚΕ αντιμετώπιζε μιά οξύτατη «κρίση εξουσίας» και ότι στην κορυφή του διεξαγόταν μια λυσσαλέα διαπάλη μεταξύ των διαφόρων τμημάτων της ηγετικής ομάδας.

Ανεξάρτητα απ’ αυτά, γεγονός είναι ότι ο Κώστας Καραγιώργης πιάστηκε από τη Ρουμάνικη ασφάλεια (Σεκιουριτάτε) ύστερα από απαίτηση της ηγεσίας του ΚΚΕ, στο δρόμο όπου βρίσκονταν οι πρεσβείες της Γιουγκοσλαβίας και της Γαλλίας.

Ο τόπος της σύλληψής του επέτρεψε στους εσωκομματικούς αντιπάλους του να διατυπώσουν διαδοχικά δύο αντιφατικές ερμηνείες της σύλληψής του πάνω στις οποίες στηρίχτηκαν διαδοχικά δυό κατηγορίες εναντίον του.

● Σύμφωνα με την πρώτη «ερμηνεία», ο Κώστας Καραγιώργης πιάστηκε ενώ πήγαινε στη Γιουγκοσλάβικη πρεσβεία (συνεπώς, είναι «αυταπόδεικτη» η κατηγορία του «τιτοικού πράκτορα» που του απευθύνει ο κομματικός μηχανισμός).

● Σύμφωνα με τη δεύτερη, πιάστηκε ενώ πήγαινε στη Γαλλική πρεσβεία για να ζητήσει άσυλο (συνεπώς, «αποδεικνύεται» επίσης αφ'εαυτής η κατηγορία ότι ήταν «πράκτορας των Δυτικών μυστικών υπηρεσιών»).

Λίγο αργότερα, με τη βοήθεια της ιδιότυπης κομμουνιστικής «διαλεκτικής», αυτές οι δυό εκδοχές και οι κατηγορίες που τους αντιστοιχούν, θα συνδυαστούν σ' ένα περίεργο αλλά θανατηφόρο χαρμάνι.

10. Η ανάκριση

Μετά τη σύλληψη και τον εγκλεισμό του Καραγιώργη στα απομονωτήρια της Ρουμάνικης ασφάλειας, ο Νίκος Ζαχαριάδης συγκρότησε μια ολιγομελή «Ανακριτική Επιτροπή» που λογοδοτούσε απ' ευθείας σ' αυτόν και είχε ως αποστολή τη «διαλεύκανση» της υπόθεσης Καραγιώργη.

Η Επιτροπή αυτή συγκροτήθηκε από στελέχη του ΚΚΕ που ήταν απολύτως πιστά «στη φωνή του κυρίου τους» (φυσικά για όσο διάστημα ο «κύριος» αυτός παραμένει ισχυρός και αμετακίνητος στη θέση του). Σύμφωνα με τις υπάρχουσες πληροφορίες ανάμεσα στα μέλη της συγκαταλλέγονταν οι:

Κώστας Κολιγιάννης: Μετά την έκπτωση και την εκδίωξη του Ζαχαριάδη, τον διαδέχθηκε στη θέση του γενικού γραμματέα του ΚΚΕ (1957-1973).

Χαρίλαος Φλωράκης: Πολιτικός πρόσφυγας που επέστρεψε παράνομα στην Ελλάδα το 1954 και συνελήφθη. Μετά την αποπομπή του Κώστα Κολιγιάννη, τον διαδέχθηκε στη θέση του γενικού γραμματέα του ΚΚΕ (1973-1991).

Πολύδωρος Δανιηλίδης: Πολιτικός πρόσφυγας στη Ρουμανία, μετέπειτα «επίτιμος πρόεδρος» των Μαρξιστικών-Λενινιστικών (Μαοϊκών) Οργανώσεων των Ελλήνων της Ανατολικής Ευρώπης. Πέθανε το 1989.

Ηλίας Καρράς: Πολιτικός πρόσφυγας στη Ρουμανία, τέως ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ (Εσωτ.) μετά τη διάσπαση του ΚΚΕ το Φεβρουάριο του 1968.

Γ. Τσακίρης: Για την «εξέλιξή» του, ο γράφων δεν έχει καμιά πληροφορία, δυστυχώς.

Ατυχώς, στάθηκε αδύνατο να προσδιοριστεί εάν και ποιοί άλλοι συμμετείχαν σ' αυτή τη διαβόητη «Ανακριτική Επιτροπή». Η δολοφονία ενός ανθρώπου (και μάλιστα ενός «συντρόφου») είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να μιλήσουν όσοι ενέχονται σ' αυτή. Ωστόσο, κρίνοντας κανείς από τα ονόματα που παρατίθενται πιο πάνω, συμπεραίνει ότι ο «μισθός» τους ήταν αντάξιος του «έργου» τους. Απ’ αυτούς τους πέντε:

● Ο Κώστας Κολιγιάννης και ο Χαρίλαος Φλωράκης προήχθησαν σε γενικούς γραμματείς και κρατήθηκαν σ' αυτή τη θέση επί 17 χρόνια ο καθένας.

● Ο Πολύδωρος Δανιηλίδης «τιμήθηκε» με ισόβια σύνταξη και ένα «τίτλο».

● Ο Ηλίας Καρράς βολέυτηκε σε ηγετικό πόστο του ενός από τα δύο κομμάτια του ΚΚΕ, του λεγόμενου ΚΚΕ-Εσωτερικού, το οποίο προέκυψε από τη διάσπαση του ΚΚΕ (Φεβρουάριος 1968) και το οποίο αναδείχθηκε σε «ευνοούμενο» της εφιαλτικής δυναστείας Τσαουσέσκου.

Ο κ. Λευτέρης Μαυροειδής στο βιβλίο του για τον Κ. Καραγιώργη αφήνει να εννοηθεί ότι γνωρίζει τα μέλη της διαβόητης «Ανακριτικής Επιτροπής» αλλά δεν αποκαλύπτει τα ονόματά τους, γιατί σκοπός του (όπως γράφει) «δεν είναι να κάνει αστυνομικό ρεπορτάζ ή να ξεσκεπάσει πρόσωπα». (!)

11. Προς το τέλος

Ο τρόπος με τον οποίο διεξήγαγε το έργο της η προαναφερόμενη «Ανακριτική Επιτροπή» είναι γνωστός από μιά σωρεία παρόμοιων υποθέσεων. Ο βετεράνος κομμουνιστής και υφυπουργός της Τσεχοσλοβάκικης κυβέρνησης Αρθουρ Λόντον που είχε προσωπική εμπειρία των εσωκομματικών εκκαθαρίσεων στις «λαικές δημοκρατίες» της Ανατολικής Ευρώπης, σκιαγράφησε μια σχετικά πλήρη εικόνα της ανακριτικής πρακτικής των κομμουνιστών κατά το δεύτερο κύμα των «Δικών της Μοσχας» που έπληξε τα Κομμουνιστικά Κόμματα μετά τη σύγκρουση του Στάλιν με τον Τίτο (1948) μέχρι το «αντισταλινικό» 20ο Συνέδριο του ΚΚ της ΕΣΣΔ (1956). [βλ. Α. Λόντον: Ομολογία, Αθήνα, Καμαρινόπουλος, χχ]

Για το λόγο αυτό μπορεί κανείς παραλείψει τις περιγραφές των βασανιστηρίων που εφαρμόστηκαν στον Καργιώργη από τους «συντρόφους» του και να περιοριστεί σε μιά «ανεπιβεβαίωτη» μαρτυρία κάποιων μελών του ΚΚΕ».

Πρόκειται για μαρτυρία μελών και όχι στελεχών του ΚΚΕ που έζησαν τότε τα γεγονότα (και εξαιτίας αυτού, αντιμετωπίζουν σήμερα έντονα συνειδησιακά προβλήματα). Η μαρτυρία αυτή παραμένει «ανεπιβεβαίωτη» επί τόσες δεκαετίες μετά την εξόντωση του Καραγιώργη, γιατί τα αρχεία του ΚΚΕ εξακολουθούν να φυλάγονται ως επτασφράγιστο μυστικό. Ισως γιατί πολλοί «από τους εμπλεκόμενους σ' αυτή την υπόθεση βρίσκονται στη ζωή» και σκοπός ορισμένων ερευνητών που θα μπορούσαν να τη φωτίσουν (όπως ο κ. Λευτέρης Μαυροειδής) «δεν είναι να κάνουν αστυνομικό ρεπορτάζ ή να ξεσκεπάσουν πρόσωπα που, στο κάτω-κάτω, έκαναν ότι έκαναν στο κλίμα που επικρατούσε τότε, πειθαρχώντας στην ηγεσία του κόμματός τους και, στο μεγαλύτερο μέρος τους, πιστεύοντας ότι εκπλήρωναν σοβαρό κομματικό καθήκον...»

Σύμφωνα μ’ αυτή, ο διευθυντής της Ρουμανικής Ασφάλειας, μετά τη δολοφονία του Καραγιώργη παρέδωσε στην «Ανακριτική Επιτροπή» του ΚΚΕ όλα τα έγγραφα που σχετίζονταν με την υπόθεση Καραγιώργη.

Ανάμεσα σ' αυτά υπήρχε και μιά αναφορά της υπηρεσίας του προς την ηγεσία του ΚΚΕ στην οποία περιγράφονταν τα όσα είχε υποστεί ο Καραγιώργης «χωρίς να επιτευχθεί η απόσπαση ομολογίας του» και ζητούνταν οδηγίες ως προς το τι δέον γενέσθαι.

Στο κάτω μέρος της σελίδας υπήρχε η απάντηση «συνεχίστε» κι ακολουθούσε η υπογραφή του Κώστα Κολιγιάννη.

Η συνέχεια είναι γνωστή. Ενας ζωντανός που δεν αυτοκατηγορείται με τον τρόπο που επιθυμούν οι ανακριτές του, παρόλα όσα έχει υποστεί, είναι ένας επικίνδυνος μάρτυρας. Κι ένας τέτοιος μάρτυρας μόνο νεκρός δεν συνιστά απειλή. «Συνεχίστε». Πράγμα που σήμαινε πως ο Κώστας Καραγιώργης έπρεπε να συγκαταλέγεται μεταξύ των νεκρών. Ηταν Φθινόπωρο του 1954.

12. Η «αποκατάσταση»

Από τότε πολύ αίμα έρευσε στην κοιλιά του αδηφάγου κομματικού Κρόνου. Τρία χρόνια μετά το θάνατο του Στάλιν (1953), οι Σοβιετικοί εκδίωξαν τον Ελληνα «ομόλογό» του, Νίκο Ζαχαριάδη από το ΚΚΕ και διόρισαν στη θέση του τον Κώστα Κολιγιάννη. Νέοι συσχετισμοί δυνάμεων διαμορφώθηκαν στο ΚΚΕ αλλά όχι και νέες ποιότητες.

Ο Σταλινισμός έδωσε τη θέση του στο νεοσταλινισμό. Ο Ζαχαριαδισμός αντικαταστάθηκε από τον Κολιγιαννισμό, αυτός από τον Φλωρακισμό και αυτός από τον Παπαρηγισμό. Ο ολοκληρωτισμός πέθαινε και θριάμβευε συγχρόνως.

Απ' αυτή την άποψη ολόκληρη η ιστορία του ΚΚΕ μπορεί να συνοψιστεί σε τέσσερεις μόνο λέξεις: Ζαχαριαδισμός (1931-1956), Κολιγιαννισμός (1956-1972), Φλωρακισμός (1972-1989), Παπαρηγισμός (1989-2011). Μέσα σε 80 χρόνια (από το 1931 μέχρι το 2011), τέσσερεις προσωπικές δικτατορίες με διάρκεια 25, 18, 17 και 22 χρόνων, αντιστοίχως, στο πλαίσιο ενός υποτίθεται «συλλογικού θεσμού», θα μπορούσαν να αποτελούν αντικείμενο φθόνου για πολλές κληρονομικές δυναστείες.

Το 1956, κατά το κλείσιμο των εργασιών του 20ου Συνεδρίου του ΚΚΣΕ, ο Nικήτα Χρουτσόφ προκάλεσε σάλο στο διεθνές «κομμουνιστικό κίνημα» και την παγκόσμια κοινή γνώμη καταγγέλοντας τα εγκλήματα του Στάλιν.

Οι αλλαγές που συντελούνταν στη «μεγάλη Σοβιετική πατρίδα» με βάση αυτή την καταγγελία και η ανάγκη της εναρμόνισης με το «οδηγό κόμμα της Σοβιετικής Ενωσης», ανάγκασε το ΚΚΕ να «θυμηθεί» με καθυστέρηση δύο περίπου χρόνων (1958) από την επίσημη καταδίκη του σταλινισμού (1956) τα εγκλήματα της δικής του «σταλινικής» ηγεσίας, η οποία είχε εξωραισθεί με την αλλαγή ορισμένων μόνο «προσώπων».

Το 1958, μια «Ειδική Επιτροπή» του ΚΚΕ, αποφάνθηκε όχι για την αθωώτητα αλλά για την έλλειψη αποδείξεων της ενοχής του Καραγιώργη. Και με βάση το πόρισμα αυτής της Επιτροπής, το ΚΚΕ προχώρησε εντελώς αθόρυβα στη μεταθανάτια «αποκατάσταση» τριών από τα θύματα αυτών των εγκλημάτων, με απόφαση της 9ης Ολομέλειας της Κεντρικής Επιτροπής του:

«Η Ολομέλεια αποφασίζει την αποκατάσταση της μνήμης των συντρόφων Γιώργη Σιάντου, Νίκου Πλουμπίδη (Μπάρμπα) και Κώστα Γυφτοδήμου (Καραγιώργη)».

Όλα έγιναν «εντελώς αθόρυβα», γιατί ολόκληρη η τότε ηγεσία του ΚΚΕ ήταν συνένοχη στα εγκλήματα αυτά και συνεπώς δεν μπορούσε να τα ομολογήσει ή να τα παραδεχθεί ανοικτά. H «αποκατάσταση» του Καραγιώργη αποφασίστηκε από τους συνεργούς στη δολοφονία του εν κρυπτώ, όχι επειδή ήταν αθώος αλλά επειδή «δεν είχαν προκύψει στοιχεία που να θεμελιώνουν την ενοχή του».

Στην έκθεση της «Ειδικής Επιτροπής» του ΚΚΕ, σημειώνεται: «Το περιεχόμενο της δήλωσης αυτής [του Καραγιώργη στις 18-11-1950] θα ήταν λάθος να κριθεί και να παρθεί υπόψη ξεκομμένο από τις συνθήκες [απομόνωση, βασανιστήρια] και την ψυχολογική κατάσταση που βρισκόταν εκείνος που το έγραψε».

Αυτό το εκπληκτικό σκεπτικό εξηγείται μόνο από το γεγονός ότι η σύνθεση του οργάνου που αποφάσισε ομόφωνα την ακρωτηριασμένη «αποκατάσταση» του Κώστα Καραγιώργη ήταν (με ελάχιστες διαφοροποιήσεις) ίδια με τη σύνθεση του οργάνου που τον είχε καταδικάσει ομόφωνα πριν από οκτώ χρόνια. Τα θλιβερά εκτελεστικά όργανα του ολοκληρωτικού Μηχανισμού που χθές κραύγαζαν «ένοχος», τώρα σιγοψιθύριζαν «δεν αποδείχθηκε η ενοχή».

Η «αποκατάσταση» του Κώστα Καραγιώργη έγινε τόσο αθόρυβα και μυστικά, που ακόμη κι η γυναίκα του Μαρία Καραγιώργη, που ήταν ηγετικό στέλεχος και βουλευτής της ΕΔΑ, την πληροφορήθηκε μόλις το 1961, δηλαδή με καθυστέρηση τριών ολόκληρων χρόνων. Και είναι προς τιμή της Μαρίας Καραγιώργη το γεγονός ότι υποστήριξε πάντοτε αταλάντευτα την αθωώτητα του συζύγου της και δεν δέχτηκε ποτέ να τον αποκηρύξει παρά τις φοβερές πιέσεις που της ασκήθηκαν από τον κομματικό μηχανισμό (σε πλήρη αντίθεση με κάποιες άλλες «κυρίες», όπως για παράδειγμα η Ρούλα Κούκουλου, σύζυγος του Νίκου Ζαχαριάδη και η Αύρα Παρτσαλίδη, σύζυγος του Δημήτρη Παρτσαλίδη, οι οποίες καθόριζαν την στάση τους απέναντι στους συζύγους τους σύμφωνα με τις επιταγές της εκάστοτε ηγεσίας του Μηχανισμού).

Δεν έμεινε λοιπόν παρά μόνο ένας ανάμεσα στους χιλιάδες νεκρούς που προσφέρθηκαν θυσία στο «μεγαλείο» και την αθλιότητα του κομματικού Κρόνου, με τις ζητωκραυγές του αενάως αυτοαναπαραγόμενου τραγικού χορού των αλλοτριωμένων συνειδήσεων που καταδικάζουν ή αθωώνουν κατ' εντολή, χωρίς αμφιβολίες, ενδοιασμούς και ανησυχίες.

Και μαζί μ' αυτούς τους νεκρούς, αιωρούνται αναπάντητα τα «πως» και τα «γιατί» της «υπόθεσης Καραγιώργη» και των χιλιάδων άλλων παρόμοιων εγκλημάτων που ίσως έρθουν κάποτε στο φως..

{cmp_end}{idkey=380b1[url=http%3A%2F%2Fwww.grivas.info%2Fpolitikes-dolofonies%2F156-2011-05-12-22-05-43][title=%CE%9A%CE%BB%CE%B5%CE%AC%CE%BD%CE%B8%CE%B7%CF%82+%CE%93%CF%81%CE%AF%CE%B2%CE%B1%CF%82%3A+%CE%97+%CE%94%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%A6%CE%9F%CE%9D%CE%99%CE%91+%CE%A4%CE%9F%CE%A5+%CE%9A%CE%A9%CE%A3%CE%A4%CE%91+%CE%9A%CE%91%CE%A1%CE%91%CE%93%CE%99%CE%A9%CE%A1%CE%93%CE%97+-+%CE%93%CE%A5%CE%A6%CE%A4%CE%9F%CE%94%CE%97%CE%9C%CE%9F%CE%A5+1954][desc=]}