Κλεάνθης Γρίβας

 

Η ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΜΑΪΟΥ 1971

ΚΑΙ ΤΟ ΠΙΘΑΝΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ

 

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ, 22 Ιουλίου 1971

(«Σύγχρονη Σκέψη»)

 

 

Τον Ιούλιο του 1944, πραγματοποιήθηκε στο Bretton Woods του New Hampshire στις ΗΠΑ, μια οικονομική και νομισματική διάσκεψη αντιπροσώπων από 45 χώρες. Ανάμεσα στα θέματα που θίχτηκαν στη διάρκεια των εργασιών της Διάσκεψης, ήταν και οι νομισματικές δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι διάφορες χώρες στις μεταξύ τους σχέσεις.

 

Για την επίλυση των προβλημάτων που ανακύπτουν από αυτές τις δυσκολίες, η Διάσκεψη αποφάσισε τη δημιουργία μιας Παγκόσμιας Τράπεζας και ενός «Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου» (ΔΝΤ), που θα είχε ως βασικό σκοπό του την «εύρυθμη λειτουργία ενός πολυμερούς συστήματος πληρωμών» και ως κύριο έργο του, την «με συναλλαγματικά μέσα ενίσχυση των χωρών-μελών του ΔΝΤ, για την αντιμετώπιση των προσωρινών και βραχυχρόνιων ελλειμμάτων του ισοζυγίου τους». (International Monetary FundArticlew of AgremmentBretton Woods 1944)

 

Την εποχή εκείνη, προς το τέλος του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, οι οικονομίες των δυτικών χωρών βρίσκονταν σε κατάσταση αποσύνθεσης. Η αντίθεση ανάμεσα στην έλλειψη συναλλαγματικών μέσων από τη μια μεριά και στην αύξηση της ζήτησης αγαθών για την κάλυψη των αναγκών της εσωτερικής αγοράς τους (που σημαίνει αύξηση των εισαγωγών) από την άλλη, είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση ολοένα και πιο μεγάλων ελλειμμάτων στα ισοζύγια πληρωμών τους. Μοναδική εξαίρεση αυτή την περίοδο, αποτελούν οι ΗΠΑ, η μόνη που βγήκε από τον πόλεμο οικονομικά εύρωστη, πράγμα που την επιβάλλει ως «σημείο

στήριξης» των άλλων χωρών.

Επικράτηση των ΗΠΑ

 

Από τα δύο σχέδια που συζητήθηκαν στο Breton Woods, το ένα του Άγγλου οικονομολόγου Keynes και το άλλο του Αμερικανού White, έγινε δεχτό το σχέδιο White, το οποίοι εξέφραζε τα συμφέροντα και τις απόψεις των ΗΠΑ.

 

Η Συμφωνία του Breton Woods που υπογράφηκε το Δεκέμβριο 1944 από 45 χώρες (ανάμεσα στις οποίες και η Ελλάδα), σήμαινε την ουσιαστική αναγνώριση των ΗΠΑ ως «παγκόσμιου κηδεμόνα» και του αμερικανικού δολαρίου ως «κυρίαρχου νομίσματος». Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ένα από τα πρώτα μέτρα που πάρθηκαν με βάση αυτές τις συμφωνίες, ήταν η υποχρέωση των χωρών-μελών να δηλώνουν την ισοτιμία των νομισμάτων τους με το χρυσό ή το δολάριο.

 

Η «πρωτοκαθεδρία» των ΗΠΑ στη διαμόρφωση τής νομισματικής πολιτικής ολόκληρου του δυτικού κόσμου ήταν πια δεδομένη.

(Η «αμετακίνητη» σχέση χρυσού και δολαρίου που ίσχυε μέχρι σήμερα -1971- καθιερώθηκε το 1934 από την αμερικανική κυβέρνηση: 1 ουγκιά χρυσού ισοδυναμεί με 35 δολάρια. 1 ουγκιά αποτελείται από 430 κόκκους καθαρού χρυσού και ένας κόκκος είναι ίσος με 0,0647 γραμμάρια).

 

Έτσι, οι ΗΠΑ, εκμεταλλευόμενες τις οικονομικές δυσκολίες των άλλων χωρών στη διάρκεια της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου, σε συνδυασμό με τη δική τους οικονομική ευρωστία της στιγμής, ανέλαβαν να υποστηρίξουν την προσπάθεια των διαφόρων χωρών για μείωση των ελλειμμάτων στο ισοζύγιο πληρωμών τους, παίρνοντας ως αντάλλαγμα την προκαταβολική εγγύηση της κάλυψης των δικών τους μελλοντικών ελλειμμάτων από τους υποτελείς «συνεταίρους» τους σ' αυτό το «παγκόσμιο πολυμερές σύστημα πληρωμών».

 

Οι δυτικές χώρες, κάτω από την πίεση των δυσκολιών τους στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, «δέχτηκαν» ή εξαναγκάστηκαν να πάρουν μέρος σ' ένα «επικίνδυνο παιχνίδι» που από μια χρονική στιγμή και μετά, τις υποχρεώνει να πιστώνουν μόνιμα τις ΗΠΑ, για την άσκηση μιας επεκτατικής πολιτικής που απαιτεί ολοένα κα πιο αυξημένα κονδύλια.

 

Από την άποψη αυτή, οι συμφωνίες του Breton Woods, αποτελούν την πιο αποδοτική μακροπρόθεσμη «επένδυση» των ΗΠΑ σε βάρος των άλλων χωρών και ιδιαίτερα των ευρωπαϊκών που βρίσκονται στη σφαίρα της επιρροής τους, οι οποίες κυριολεκτικά «πιστώνουν τις ΗΠΑ για να τις αγοράζει». (J. J. Servan-Schreiber: Αμερικανική Πρόκληση, 1970)

 

Από το 1820 στη σημερινή νομισματική κρίση

 

Όπως υποστηρίζει ο Η, Guitton και πολλοί επιφανείς οικονομολόγοι, μέσα σε 130 χρόνια, από το 1820 μέχρι το 1950, σημειώθηκαν 13 αρκετά όμοιες κρίσεις (το 1825, 1836, 1847, 1857, 1866, 1873, 1882, 1890, 1900, 1907, 1913, 1920 και 1929) οι οποίες παρουσιάστηκαν «ως πολύ δαπανηρές διακοπές της οικονομικής ανάπτυξης».

 

Ανεξάρτητα από την ταχύτητα εκδήλωσης και την οξύτητα τους, όλες αυτές οι κρίσεις χαρακτηρίζονταν από μια ανακοπή της ανάπτυξης που συνοδεύονταν από μια σειρά κερδοσκοπικών φαινομένων μεγάλης έκτασης.

 

Ανεξάρτητα από τις ερμηνείες πού δόθηκαν από τους φιλελεύθερους και τους σοσιαλιστές οικονομολόγους για τα αίτια και το χαρακτήρα αυτών των κρίσεων, γεγονός είναι ότι οι κρίσεις που ακολούθησαν το «μεγάλο κραχ του 1929», εκδηλώθηκαν με μειωμένη οξύτητα.

 

Οι σοσιαλιστές οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι οι κρίσεις αυτές αποτελούν σημάδια αδυναμίας της καπιταλιστικής οικονομικής δομής να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις της σύγχρονης παραγωγής και ότι «με την επανάληψή τους θα επιδεινώνονται διαρκώς και θα προκαλέσουν την κατάρρευση της δομής του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής».

 

Σ’ αυτό επέδρασε αφενός η εμφάνιση των μονοπωλίων και αφετέρου η επιβολή του «παγκόσμιου πολυμερούς συστήματος πληρωμών» που λειτουργεί στη βάση δυο «πάγιων αρχών»:

 

1) Κάθε χώρα που καταναλώνει στο εξωτερικό περισσότερα από όσα εισπράττει από το εξωτερικό, θα πρέπει να ταχτοποιεί τους λογαριασμούς της, καταφεύγοντας στα αποθεματικά της.

 

2) Κάθε χώρα είναι υποχρεωμένη να καθορίζει την ισοτιμία του νομίσματός της σύμφωνα με την «αμετακίνητη σχέση χρυσού και δολαρίου».

 

Αυτό σημαίνει ότι για όσο στο θησαυροφυλάκιο των ΗΠΑ υπάρχει το αντίκρισμα του δολαρίου σε χρυσό, κάθε χώρα δεν έχει λόγους να μη δεχτεί το δολάριο ως αποθεματικό νόμισμα, και το όλο «σύστημα λειτουργεί ομαλά» και με βάση τα προκαθορισμένα.

Όμως, από το 1950 και μετά άρχισε να διαταράσσεται η ισορροπία ανάμεσα στο ύψος του αποθέματος των ΗΠΑ σε χρυσό και των δολαρίων που κατέχονται από μη-Αμερικανικούς. Παράλληλα, οι ΗΠΑ άρχισαν να εμφανίζουν ολοένα και πιο μεγάλα ελλείμματα στο ισοζύγιο πληρωμών τους.


Έτος

Απόθεμα των ΗΠΑ

σε χρυσό (σε δις $)

Δολάρια σε χέρια

ξένων (δις $)

1950

22,8

8,6

1970

11,1

43,3

 

Μέσα σε 20 χρόνια (από το 1950 μέχρι το 1970):

Tο απόθεμα των ΗΠΑ σε χρυσό μειώθηκε κατά 51,4%

Tο ποσό των δολαρίων που βρίσκονται σε χέρια ξένων αυξήθηκε κατά 503,5%.

Tο έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών αυξήθηκε στα 10,7 δις δολάρια το 1970 (και στα 4,8 δις δολάρια το πρώτο τρίμηνο του 1971).

 

Στο φως αυτών των διακυμάνσεων, οι ΗΠΑ δεν είναι παρά ένας «χρεοκοπημένος οφειλέτης» των ευρωπαϊκών χωρών, κυρίως.

 

Η αδυναμία των χωρών-πιστωτών των ΗΠΑ, να πάρουν μέτρα για τη ρύθμιση του χρέους από μέρους του οφειλέτη (πράγμα που, κατά την άποψη των περισσοτέρων οικονομολόγων της Δύσης, θα είχε ως αποτέλεσμα την εκδήλωση μιας κρίσης πολύ μεγαλύτερης από την κρίση του 1929, με απροσδιόριστες συνέπειες για ολόκληρο το δυτικό οικονομικό σύστησα), σε συνδυασμό με τη δεδομένη αδυναμία των ΗΠΑ να ελέγξουν τα ελλείμματα στο ισοζύγιο πληρωμών τους (μέχρι τώρα με βάση τις συμφωνίες του Bretton Woods, οι ΗΠΑ ουσιαστικά «επέτρεπαν» στον εαυτό τους να το ανοίγουν συνεχώς) είχε ως συνέπεια να εκδηλωθούν πέντε (5) διαδοχικές νομισματικές κρίσεις μέσα σε μια τετραετία (1967-1971).

 

Οι διαδοχικές κρίσεις

 

Η πρώτη, το Νοέμβριο 1967, όταν η Βρετανία υποτίμησε τη στερλίνα κατά 14,3% και όρισε τη σχέση στερλίνας-δολαρίου σε 1 προς 2,40. Τρεις μόνο μέρες μετά την υποτίμηση της στερλίνας, υποτιμήθηκαν τα νομίσματα 15 άλλων χωρών.

 

Η δεύτερη, το Μάρτιο 1968, με την απότομη άνοδο τής τιμής του χρυσού στην ελεύθερη αγορά. Οι δυτικές κεντρικές Τράπεζες αντέδρασαν διακόπτοντας τις συναλλαγές τους με την ελεύθερη αγορά και εμμένοντας στη σχέση «35 δολάρια για 1 ουγγιά χρυσού» για τις συναλλαγές μεταξύ τους.

 

Η τρίτη, τον Αύγουστο 1969, όταν η Γαλλία υποτίμησε το φράγκο κατά 11,11% και όρισε τη σχέση δολαρίου-φράγκου σε 1 προς 5,53.

 

Η τέταρτη, τον Οκτώβριο 1969, όταν η Δ. Γερμανία ανατίμησε το μάρκο κατά 9,29% και όρισε τη σχέση δολαρίου-μάρκου σε 1 προς 3,66.

 

Η πέμπτη, το 1971. Στις 3 Μάιου 1971, δημοσιεύεται η Έκθεση των 5 κυριοτέρων Οικονομικών Ινστιτούτων της Δ. Γερμανίας, που διαπιστώνουν «ένταση του εισαγόμενου πληθωρισμού με τα ευρωδολάρια», και προτείνουν την «αποδέσμευση του μάρκου από την επίσημη ισοτιμία του με το δολάριο» για να αντιμετωπιστεί ο εισαγόμενος πληθωρισμός.

 

Σύμφωνα με τις απόψεις των Ευρωπαίων οικονομολόγων, «τα ευρωδολάρια αντιστοιχούν στο 1/5 του συνόλου των καταθέσεων σε ξένες Τράπεζες και είναι απαλλαγμένα από οποιοδήποτε νομισματικό περιορισμό. Η μέχρι τώρα πείρα έδειξε ότι η συσσώρευση τους σε μια χώρα, δημιουργεί την ανάγκη της ανατίμησης του νομίσματός της, γιατί αντιδρώντας και στην παραμικρή τοπική διακύμανση των επιτοκίων παρέχουν πρόσφορο έδαφος για την καλλιέργεια της κερδοσκοπίας».

 

Αμέσως μετά τη δημοσίευση της έκθεσης, μια πλημμυρίδα δολαρίων κατάκλυσε τη γερμανική αγορά συναλλάγματος, που προανήγγελλε την κρίση πού καραδοκούσε.

 

Η πλατειά διαδομένη άποψη ότι η ανατίμηση του μάρκου είναι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο του «εισαγόμενου πληθωρισμού» στη Δ. Γερμανία, έδωσε λαβή σε κερδοσκοπικές δραστηριότητες χωρίς προηγούμενο. Το πρόβλημα ξεπέρασε τα σύνορα της Δ. Γερμανίας και εξελίχθηκε σε πανευρωπαϊκό. Είναι ένα πρόβλημα που αφορά το σύνολο των πιστωτών των ΗΠΑ.

 

Μπροστά σ' αυτή την κατάσταση, είναι σαφώς καθορισμένοι οι δυνατοί δρόμοι ανάμεσα στους οποίους θα πρέπει να διαλέξουν οι κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών χωρών γενικά και της Δ. Γερμανίας ειδικότερα. Οι δυνατές λύσεις που προσφέρονται αυτή τη στιγμή είναι:

 

1. Η υποτίμηση του δολαρίου. Αυτό θα σήμαινε (α) ανατροπή της λειτουργίας του νομισματικού συστήματος, όπως αυτό θεμελιώθηκε με τις συμφωνίες Bretton Woods και (β) ενίσχυση της θέσης των χωρών που παράγουν χρυσό. Άμεση συνέπεια των παραπάνω είναι η απώλεια της πρωτοκαθεδρίας των ΗΠΑ στη διαμόρφωση τής δυτικής νομισματικής πολίτικης. Και εξαιτίας αυτού, οι ΗΠΑ απορρίπτουν ασυζητητί αυτή τη λύση.

 

2. Η ανατίμηση των νομισμάτων των ευρωπαϊκών χωρών. Αυτό (α) θα ανέκοπτε σε ένα βαθμό τη συσσώρευση δολαρίων και, κατά συνέπεια, τον «εισαγόμενο πληθωρισμό», αλλά (β) θα μείωνε σημαντικά την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών των ευρωπαϊκών χωρών και το ύψος των αποθεματικών τους.

 

3. H αποδέσμευση του νομίσματος των ευρωπαϊκών χωρών από το δολάριο και η διαμόρφωση της ισοτιμίας τους με βάση το νόμο τής προσφοράς και της ζήτησης. Αυτή η λύση υποστηρίχτηκε από πολλούς Ευρωπαίους οικονομολόγους, από τα πέντε κυριότερα Οικονομικά Ινστιτούτα της Δ. Γερμανίας (που η Έκθεση τους αποτέλεσε το έναυσμα τής κρίσης) και από τον υπουργό οικονομικών της Δ. Γερμανίας, κ. Σίλερ.

 

Στo μεταξύ, τρεις μέρες μετά την εκδήλωση της κρίσης, οι Κεντρικές Τράπεζες έξι ευρωπαϊκών χωρών (Αυστρίας, Βελγίου, Ελβετίας, Ολλανδίας, Πορτογαλίας και Φινλανδίας) απέσυραν την υποστήριξη τους στο δολάριο και ανέστειλαν τις συναλλαγές τους με αυτό, με αποτέλεσμα το δολάριο να εξακολουθεί να υποστηρίζεται μόνο από τις Κεντρικές Τράπεζες της Βρετανίας (που προστατεύεται από ένα σύστημα αυστηρού συναλλαγματικού έλεγχου), της Γαλλίας και του Ισραήλ.

 

Φυσικά, δεν είναι δυνατό να προβλεφθούν αμέσως οι συνέπειες της κρίσης του Μαΐου 1971, ούτε να προσδιοριστεί το είδος των αλλαγών του συσχετισμού των δυνάμεων σε παγκόσμια κλίμακα. Αλλά, είναι δυνατό να γίνουν οι εξής διαπιστώσεις:

 

Οι μεγάλες οικονομικές δυνάμεις της Δύσης βρίσκονται διασπασμένες σε δύο μεγάλα στρατόπεδα.

 

Διαμορφώνεται ήδη ένα μέτωπο πάλης εναντίον του δολαρίου και, κατά συνέπεια, εναντίον σε ό,τι αυτό εκφράζει.

 

Η Ευρώπη προβάλλει με την επιδίωξη να αναγνωριστεί ως «τρίτη» δύναμη, απέναντι στις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ (πράγμα μη αρεστό από τις ΗΠΑ και από την ΕΣΣΔ).

 

«Πληρώνουμε τις ΗΠΑ για να μας αγοράζουν» γράφει ο J.J.Servan-Schreiber. Φαίνεται πως έφτασε ο καιρός που οι Ευρωπαίοι κεφαλαιοκράτες, πιεσμένοι από τα προβλήματα που συσσωρεύονται στο εσωτερικό τους μέτωπο, θα υποχρεωθούν να δηλώσουν στις ΗΠΑ πως δεν είναι διατεθειμένοι ή δεν μπορούν να συνεχίσουν «να πληρώνουν για να αγοράζονται» με το να εξακολουθούν να μετέχουν σε ένα «παιχνίδι» που οι κανόνες του υπαγορεύτηκαν από τις ΗΠΑ, πριν από 27 χρόνια στο Βretton Woods.

 

Εάν υιοθετηθεί αυτή η στάση, τότε η εκδίωξη του δολαρίου από τη θέση του «παγκόσμιου νομίσματος» και των ΗΠΑ από το θώκο του «παγκόσμιου κηδεμόνα» θα είναι οι άμεσες συνέπειες αυτού του «τέλους του παιχνιδιού».